![]() |
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ
|
|
Στήν πνευματική καί ἐκκλησιαστική
δικαιοδοσία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ
ὑπάγεται καί ἡ παλαίφατος καί περιάκουστος ἀρχαία Ἱερά Μονή τῶν Εἰσοδίων
τῆς Θεοτόκου Καισαριανῆς πού εἶναι γνωστή ὡς «Μονή Καισαριανῆς». ῾Η τοποθεσία της ῾Η Ἱερά Μονή Καισαριανῆς βρίσκεται στίς Νοτιοδυτικές παρυφές τοῦ περήφανου καί φωτεινοῦ βουνοῦ τῆς ᾿Αττικῆς ῾Υμηττοῦ, πλάι στόν ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο, πού ὁδηγεῖ στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ καί δύο περίπου χιλιόμετρα ἀπό τόν ὁμώνυμο Δῆμο τῆς Ἀττικῆς. ῾Ο τόπος πού εἶναι χτισμένη εἶναι πραγματικά θελκτικός. Τό τοπίο εἶναι κατάφυτο ἀπό αἰωνόβια πλατάνια, καταπράσινα πεῦκα καί ἄλλα δένδρα. Πηγές μέ τρεχούμενο κρυστάλλινο νερό ξεδιψοῦν τούς ἐπισκέπτες καί ποτίζουν τά δένδρα καί τά ζῶα. Πρόκειται πραγματικά γιά παραδεισένιο τοπίο ἀναψυχῆς καί γαλήνης, πλάι στήν πολυάνθρωπη, θορυβώδη καί βασανιστική μεγαλούπολη τῶν ᾿Αθηνῶν.
῾Η προϊστορία τῆς Μονῆς ῾Η ἀρχαιολογική ἔρευνα ἔδειξε πώς ὁ εὐρύτερος χῶρος τῆς Καισαριανῆς εἶχε κατοικηθεῖ ἀπό τήν νεολιθική ἐποχή. Εὑρήματα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἐκτίθενται στό ᾿Ανθρωπολογικό Μουσεῖο τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν. ῾Ο Ρωμαῖος ποιητής ᾿Οβίδιος μᾶς διέσωσε τήν μυθολογική διήγηση πώς στήν περιοχή αὐτή ὁ μυθικός ἥρωας Κέφαλος σκότωσε σέ κυνήγι κατά λάθος τήν ὄμορφη σύζυγό του Πρόκρη, κόρη τοῦ γενάρχη τῶν ᾿Αθηναίων Κέκροπα. Τό γεγονός αὐτό ὁδήγησε τόν ἀκούσιο συζυγοκτόνο σέ ἰσόβια ἐξορία. Φαίνεται πώς τό μαγευτικό τοπίο καί τά τρεχούμενα νερά προσέλκυσαν ἀπό πολύ νωρίς τούς κατοίκους τῶν ᾿Αθηνῶν νά δημιουργήσουν ἐκεῖ θρησκευτικό ἱερό. ᾿Ανάγλυφο καθισμένης γυναίκας, πού σώζεται ἐντοιχισμένο στήν Μονή, μαρτυρεῖ τήν λατρεία γυναικείας θεότητος, ἴσως τῆς Ρέας ἤ τῆς Δήμητρας ἤ τῆς Κυβέλης. Τά διάσπαρτα θραύσματα μαρμάρων, σκαλιστῶν λίθων, κιονόκρανων, ἐντοιχισμένων τά πιό πολλά στό καθολικό τῆς Μονῆς, μαρτυροῦν τήν ὕπαρξη τοῦ εἰδωλολατρικοῦ ἱεροῦ. Στίς γραφικές πλαγιές τοῦ ῾Υμηττοῦ βρίσκονταν ἐπίσης καί πολλές φιλοσοφικές Σχολές. ᾿Από ἀνώνυμο χρονικό πληροφορούμαστε πώς στήν περιοχή αὐτή εἶχαν τίς Σχολές τους οἱ φιλόσοφοι Πολύζηλος καί Διόδωρος. Τά κρυστάλλινα τρεχούμενα νερά τῆς περιοχῆς στήν σχετικά ἄνυδρη ἀττική γῆ θεωρήθηκαν θαυματουργά, τόσο ἀπό τούς ἀρχαίους, ὅσο καί ἀπό τούς χριστιανούς ἀργότερα. Πιστευόταν πώς τό νερό τῶν πηγῶν, καί ἰδιαίτερα τῆς περίφημης πηγῆς Καλοπούλας, εἶχε γονιμοποιές ἰδιότητες γιά τίς στεῖρες γυναῖκες. Διακόσια περίπου μέτρα ἀπό τήν Μονή ὑπῆρχε τό Παρεκκλήσιο τῆς ᾿Αναλήψεως τοῦ Κυρίου μέ «ἁγίασμα». ᾿Εκεῖ γινόταν στήν ἑορτή τῆς ᾿Αναλήψεως λαμπρό πανηγύρι. Διηγοῦνταν οἱ παλαιοί, πώς κάποιο περιστέρι βουτοῦσε τά φτερά του στό «ἁγίασμα» καί κατόπιν ὅποιος ἔπαιρνε ἀπό αὐτό τό νερό γιατρευόταν ἀπό διάφορες ἀρρώστιες. Τό θαυμαστό αὐτό γεγονός διασώζει, σέ παραστατικό διήγημά του, ὁ ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μέ τόν τίτλο· «Τό θαῦμα τῆς Καισαριανῆς»!
Τά κτίσματα ᾿Αρχαιολογικές ἔρευνες ἀπέδειξαν πώς στούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους κτίστηκε Ναός κοντά στόν χῶρο τῆς Μονῆς, πάνω στό ἐρειπωμένο καί ἐγκαταλελειμμένο εἰδωλολατρικό ἱερό. Φαίνεται πώς μετά τήν κατάρρευση τῆς εἰδωλολατρίας οἱ πρώην εἰδωλολάτρες χριστιανοί θέλησαν νά ἱδρύσουν στό μαγευτικό αὐτό τόπο προσκύνημα. Δέν ἔχουμε δυστυχῶς ἄλλες πληροφορίες γιά τόν παλαιοχριστιανικό αὐτό Ναό. Εἰκάζεται πώς μᾶλλον ἦταν ἀφιερωμένος στήν Θεοτόκο, προκειμένου νά ἀντικατασταθεῖ ἡ πρότερη λατρεία τῆς γυναικείας εἰδωλολατρικῆς θεότητος. ᾿Απομεινάρια τῆς παλαιοχριστιανικῆς αὐτῆς βασιλικῆς ὑπάρχουν λίγα μέτρα πιό πάνω ἀπό τήν σημερινή θέση τῆς Μονῆς. Δίπλα ἀπό τόν παλαιοχριστιανικό Ναό ἔχτισαν οἱ Λατίνοι τῶν ᾿Αθηνῶν τόν 13ο αἰώνα ἄλλο καμαροσκέπαστο ναό, ἀφιερωμένο στόν ἅγιο Μάρκο. Σώζεται σήμερα μέρος αὐτοῦ τοῦ Ναοῦ (λιθόκτιστη ἀψίδα). Στά τέλη τοῦ 11ου αἰώνα, κτίσθηκε τό Καθολικό τῆς Μονῆς, ὅπως σώζεται μέχρι σήμερα, ἀπό τό ὑπάρχον δομικό ὑλικό τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ καί παλαιοχριστιανικοῦ Ναοῦ, καί ἀφιερώθηκε στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Στό χῶρο πού λατρευόταν ἡ ἀνύπαρκτη θεά, τώρα τιμᾶται ἡ Θεοτόκος καί Μητέρα τοῦ ᾿Αληθινοῦ Θεοῦ! Πρόκειται γιά ἕνα θαυμάσιο βυζαντινό Ναό, ἐγγεγραμμένο σταυροειδή μέ ὀκταγωνικό τροῦλο. ῾Ο Ναός αὐτός, σύμφωνα μέ τούς εἰδικούς, ἀποτελεῖ τήν γνήσια μετεξέλιξη καί παγίωση τοῦ βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε τόσο τέλειος, ὥστε δέν προστέθηκε πιά κανένα ἄλλο στοιχεῖο στόν ρυθμό αὐτό ὡς σήμερα! Η τοιχοδομία του εἶναι πραγματικά περίτεχνη. Λαξευτοί πωρόλιθοι σέ ἰσόδομη στρώση μέ διακοσμητικές παρεμβολές κεράμων δίνουν μιά ἰδιαίτερη ὀμορφιά στήν ἐξωτερική ὄψη τοῦ Ναοῦ. ᾿Αντίθετα ὁ νάρθηκας εἶναι μεταγενέστερο κτίσμα τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας, ἀμελῶς κτισμένος, μέ μικρότερο τροῦλο. Νότια τοῦ ναοῦ ὑπάρχει ἄλλος παράπλευρος Ναΐσκος ἀφιερωμένος στόν ἅγιο ᾿Αντώνιο, στήν πρόσοψη τοῦ ὁποίου ὑψώνεται τό κωδωνοστάσιο τῆς Μονῆς. ᾿Εσωτερικά ὁ Ναός στηρίζεται σέ τέσσερις κίονες μέ θαυμάσια ἰωνικά κιονόκρανα, ἀπομεινάρια πιθανότατα τοῦ ἀρχαίου ναοῦ. Οἱ ἐσωτερικές ἐπιφάνειες καλύπτονται μέ θαυμάσιες τοιχογραφημένες εἰκόνες, κρητικῆς τεχνοτροπίας, ἀγνώστου ἁγιογράφου, τοῦ 16ου αἰώνα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ νάρθηκα εἶναι ἔργο τοῦ ἁγιογράφου ᾿Ιωάννου ῾Υπάτου. Σύμφωνα μέ ἐπιγραφή, ἡ ἁγιογράφηση ἔγινε τό 1682, μέ δαπάνες τοῦ πλουσίου ᾿Αθηναίου Μπενιζέλου. ῾Η θεματολογία τῆς εἰκονογράφησης εἶναι παρμένη ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη καί τήω ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Τά ζωηρά χρώματα, ἡ ἐκφραστικότητα τῶν θείων καί ἱερῶν μορφῶν συνθέτουν ὀπτική πανδαισία καί δημιουργοῦν βαθιά κατάνυξη στόν πιστό. Νοτιοανατολικά τοῦ Καθολικοῦ βρίσκεται τό ἀρχαιότερο, μετά τόν Ναό, κτίσμα, τό ὁποῖο πιθανότατα χρησιμοποιόταν ὡς «ἁγίασμα», ἤ λουτρόνας ἤ κατ’ ἄλλους ἐλαιοτριβεῖο. Στόν τοῖχο αὐτοῦ τοῦ κτίσματος εἶναι ἐντοιχισμένη ἡ παράσταση τοῦ προχριστιανικοῦ γλυπτοῦ τῆς Ρέας ἤ τῆς Κυβέλης καί κεφαλή κριοῦ. Παράπλευρα βρίσκεται ἡ τράπεζα, κτίσμα μεταβυζαντινῆς ἐποχῆς. Πρόκειται γιά ἐπίμηκες κτίριο μέ τρία συγκοινωνοῦντα διαμερίσματα. Τό πρῶτο ἦταν τό μαγειρεῖο μέ ὑψηλή καπνοδόχο, τό δεύτερο ὁ προθάλαμος καί τό τρίτο τό ἑστιατόριο. Πέριξ τοῦ Καθολικοῦ ἐκτείνονται τά ἐρειπωμένα κελλιά τῆς Μονῆς καθώς καί ὁ πύργος τῶν Μπενιζέλων, οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν στήν Μονή γιά νά σωθοῦν ἀπό ἐνδημική λοιμώδη νόσο, ἡ ὁποία ἔπληξε τήν ᾿Αθήνα στά 1682. ᾿Αξιοσημείωτη εἶναι καί ἡ ὀχύρωση τῆς Μονῆς. ῾Υψηλή λιθόκτιστη μάνδρα περικλείει τό μοναστηριακό συγκρότημα, προφυλάσσοντάς το ἀπό ἐπιδρομεῖς. ῎Εξω ἀπό τήν ἀνατολική πύλη βρίσκεται τέλος ἡ πηγή μέ τό ἄφθονο κρυστάλλινο νερό, τό ὁποῖο ρέει μέσα ἀπό περίτεχνο μαρμάρινο ρωμαϊκό κριό. ῾Ιστορία τῆς Μονῆς ῾Η ἱστορία τῆς Μονῆς Καισαριανῆς ἀρχίζει μέ τήν οἰκοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ της καί ἀνάγεται στά τέλη τοῦ 11ου καί τό ἀργότερο στίς ἀρχές τοῦ 12ου αἰώνα. ᾿Από τήν ἀρχή ἦταν ἀφιερωμένη στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Γρίφο ἀποτελεῖ ἡ ὀνομασία τῆς Μονῆς. Οἱ Τοῦρκοι τήν ὀνόμαζαν «Κότς-μπασι» δηλαδή κεφαλή κριοῦ (ἀπό τό γλυπτό τῆς κρήνης). Κάποιοι σχετίζουν τήν ὀνομασία της μέ τόν ᾿Ιούλιο Καίσαρα, ὁ ὁποῖος μᾶλλον ἐπισκέφθηκε τό ἀρχαῖο εἰδωλολατρικό ἱερό, ὅταν ἦρθε στήν ᾿Αθήνα τό 2ο π.Χ. αἰώνα καί ἔκτισε ἔπαυλη στήν περιοχή αὐτή. Κάποιοι λένε ὅτι προῆλθε ἡ ὀνομασία της ἀπό θαυματουργή εἰκόνα, πού μεταφέρθηκε ἀπό τήν Καισάρεια. ῎Αλλοι εἰκάζουν ὅτι πῆρε τήν ὀνομασία της ἀπό τόν κτήτορα τῆς Μονῆς κάποιο μοναχό Καισάριο. ῾Η τελευταία εἶναι καί ἡ ἐπικρατέστερη. Στά 1209, ὁ λόγιος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἅγιος Μιχαήλ Χωνιάτης τήν ἀποκαλεῖ μέ τό ὄνομα Καισαριανή. ῾Η Λαϊκή ὀνομασία τῆς Μονῆς ἦταν Σεργιανή. ῎Ισως πῆρε τό ὄνομα ἀπό κάποια πλούσια εὐσεβή δωρήτρια, πού ὀνομαζόταν Σεργιανή ἤ Συριγιανή. Γνωστό εἶναι πάντως τό τοπικό δημῶδες τραγούδι· «Στή Σεργιανή σεργιάνι καί στήν Πεντέλη μέλι καί στό Δαφνί κρύο νερό πού πίνουν οἱ ἀγγέλοι». ᾿Από σωζόμενο παλαιό πατριαρχικό σιγίλλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Διονυσίου Δ´ τοῦ 1678 φαίνεται πώς ἡ Μονή ἦταν ἀπό τήν ἵδρυσή της «σταυροπηγιακή», δηλαδή εἶχε τό προνόμιο νά ἀνήκει ἀπευθείας στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Αὐτό εἶχε ὡς συνέπεια νά ἀποκτήσει προνόμια, κύρος καί ὑλική εὐμάρεια. ῾Η περιουσία της συνίστατο κυρίως στήν συστηματική μελισσοκομία. Εἶναι γνωστό πώς ὁ ῾Υμηττός παράγει τό καλλίτερο μέλι τῆς ῾Ελλάδος, ἄν ὄχι τοῦ κόσμου! Μετά τήν κατάληψη τῶν ᾿Αθηνῶν ἀπό τούς Φράγκους τό 1204, ὁ Πάπας ᾿Ιννοκέντιος Γ´ ὑπήγαγε τήν Μονή διά τῆς βίας στόν Λατίνο ᾿Αρχιεπίσκοπο ᾿Αθηνῶν. ῾Ο ἐξόριστος στήν Κέα ὀρθόδοξος γνωστός λόγιος Μητροπολίτης ᾿Αθηνῶν Μιχαήλ Χωνιάτης ἔγραψε τό 1209 ἐπιστολή στόν ῾Ηγούμενο, στηλιτεύοντας τόν ἐκλατινισμό τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς. Μετά τήν κατάκτηση τῶν ᾿Αθηνῶν ἀπό τούς Τούρκους τό 1458 καί τήν ἐκδίωξη τῶν Λατίνων, ἡ Μονή ἐντάχθηκε στήν ὀρθόδοξη ᾿Εκκλησία. ᾿Αναφέρεται μάλιστα πώς τήν ἴδια χρονιά ἐπισκέφθηκε τήν ᾿Αθήνα ὁ ἴδιος ὁ Σουλτάνος, ὁ Μωάμεθ. ᾿Επειδή ὁ ῾Ηγούμενος καί οἱ ἀδελφοί τῆς Μονῆς ὑποδέχθηκαν μέ τιμές τόν ἰσχυρό Μονάρχη, ἀνανέωσε τά προνόμια τῆς Μονῆς καί τήν ἀπάλλαξε σχεδόν ἐντελῶς ἀπό κάθε φορολογία. Αὐτό στάθηκε ἀφορμή ἡ Μονή νά ἀποκτήσει αἴγλη καί δύναμη στούς δύσκολους γιά τό Γένος χρόνους τῆς δουλείας πού ἀκολούθησαν. ῾Η μεγάλη περιουσία τῆς Μονῆς χρησιμοποιήθηκε γιά τήν ἀνακούφιση τῶν ὑπόδουλων ᾿Αθηναίων. Μέ τό σιγίλλιο τοῦ 1678, πού ἀναφέραμε, ἀνανεώθηκε ἡ ἰδιότητα τῆς Μονῆς ὡς «σταυροπηγιακῆς». ῞Οριζε δέ τό σιγίλλιο αὐτό, ἡ Μονή νά εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερη ἀπό τόν Μητροπολίτη ᾿Αθηνῶν, τοῦ ὁποίου μόνο τό ὄνομα εἶχε ὑποχρέωση νά μνημονεύει στήν Θεία Λειτουργία. Μετά τήν πολιορκία τῶν ᾿Αθηνῶν ἀπό τούς Βενετούς τοῦ Μοροζίνη τό 1687 οἱ κάτοικοι τῆς ᾿Αττικῆς, γιά νά ἀποφύγουν τίς σφαγές, ἔφυγαν καί ἡ ᾿Αθήνα καί τά χωριά ἐρήμωσαν. ᾿Από τότε ἄρχισε καί ὁ μαρασμός τῆς Μονῆς. Στά 1716 ὁ πατριάρχης ῾Ιερεμίας ὁ Γ´ ἀφήρεσε τά προνόμια τῆς παρηκμασμένης πιά Μονῆς, ἡ ὁποία ἔγινε πλέον ἐνοριακή, ὑπαγόμενη στήν Μητρόπολη τῶν ᾿Αθηνῶν. Πάντως στά 1778 ἡ Μονή ἐξακολουθοῦσε νά εἶναι «σταυροπηγιακή». Στά 1792 οἱ Πρόκριτοι τῶν ᾿Αθηνῶν, μαζί μέ ῾Ηγουμένους ἄλλων Μονῶν τοῦ ῾Υμηττοῦ, ἔκριναν νά πάψει ἡ Μονή νά εἶναι «σταυροπηγιακή» καί νά ὑπαχθεῖ στόν Μητροπολίτη ᾿Αθηνῶν Βενέδικτο, προκειμένου νά τήν σώσουν ἀπό τόν ἄθλιο τύραννο ᾿Αλλή Χασεκή, διότι λόγω κακῆς διαχείρισης καί ὑπέρογκου χρέους, κινδύνευε νά πέσει στά χέρια τοῦ ἅρπαγα ἀγᾶ. ῾Ο Πατριάρχης Νεόφυτος μέ σιγίλλιο τοῦ 1792 ἀποφασίζει γιά τήν ὁριστική ὑπαγωγή της στόν Μητροπολίτη ᾿Αθηνῶν. Αὐτή ἡ ἐνέργεια τῶν ᾿Αθηναίων Προκρίτων ὑπῆρξε σωτήρια γιά τήν Μονή. ῞Ομως ἡ παρακμή της δέν ἀνακόπηκε καί ἡ τελική κατάρρευση ἦταν ζήτημα χρόνου. ῾Η συμμετοχή τῆς Μονῆς στήν ἐπανάσταση τῶν ᾿Αθηνῶν τοῦ 1821, παρ’ ὅλη τήν παρακμή της, ὑπῆρξε σημαντική. Αὐτή εἶχε γίνει καταφύγιο, συγχρόνως καί ὁρμητήριο τῶν ἀγωνιστῶν. ῾Η στρατηγική της θέση εὐνοοῦσε τίς πολεμικές ἐπιχειρήσεις τῶν ῾Ελλήνων. Τά κειμήλια καί τά βιβλία τῆς πλούσιας βιβλιοθήκης της εἶχαν μεταφερθεῖ τό 1822 ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Διονύσιο στήν ᾿Αθήνα, γιά νά σωθοῦν. ῞Ομως ἡ ἔλλειψη χαρτιοῦ γιά φισέκια ἀνάγκασε τούς πολεμιστές νά χρησιμοποιήσουν τά βιβλία τῆς Μονῆς. Τελικά δέν σώθηκε τίποτα. Εὐτυχῶς, ἄγνωστο πώς, ἡ Μονή δέν καταστράφηκε στά χρόνια τοῦ ἀγώνα. Στά χρόνια τοῦ ῎Οθωνα εὐτυχῶς ἡ Μονή διασώθηκε ἀπό τήν πολιτική τῶν Βαυαρῶν, οἱ ὁποῖοι καταργοῦσαν τά ᾿Ορθόδοξα Μοναστήρια καί κρατικοποιοῦσαν τίς περιουσίες τους. ῾Η Μονή Καισαριανῆς ἀνακαινίσθηκε καί μεταβλήθηκε σέ Γυναικεῖο ῾Ησυχαστήριο. Λίγα χρόνια ἀργότερα διαλύθηκε καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἀφοῦ ἔγιναν οἱ ἀπαραίτητες ἀναστηλωτικές ἐργασίες, ἀνακηρύχθηκε ἀρχαιολογικός χῶρος, διατηρητέο χριστιανικό μνημεῖο καί τελεῖ ὑπό τήν αἰγίδα τῆς 1ης ᾿Εφορίας Βυζαντινῶν ᾿Αρχαιοτήτων τοῦ ῾Υπουργείου Πολιτισμοῦ. ῾Η ἐθνική, κοινωνική καί μορφωτική προσφορά τῆς Μονῆς ῞Οπως ὅλες οἱ ᾿Ορθόδοξες Μονές μας ἔτσι καί ἡ Μονή Καισαριανῆς ἔχει νά ἐπιδείξει ἀξιοζήλευτη προσφορά πρός τό κοινωνικό σύνολο καί τό ῎Εθνος. Τόσο σέ καιρούς εἰρηνικούς ὅσο καί σέ καιρούς δύσκολους, ἡ Μονή εἶχε ἀνοικτές τίς πύλες της σέ κάθε πονεμένο καί κατατρεγμένο ἄνθρωπο. Εἶναι γνωστό πώς ἡ ἀττική γῆ δοκίμαζε στό παρελθόν συνεχῶς πικρές δοκιμασίες ἀπό ἐπιδρομές ἀλλοεθνῶν κατακτητῶν καί οἱ κάτοικοι ὑπέφεραν τά πάνδεινα. Κύρια καταφύγια καί τόποι σωτηρίας καί παρηγοριᾶς ὑπῆρξαν οἱ Μονές τῆς εὐρύτερης περιοχῆς. ᾿Εν προκειμένῳ, ἡ Μονή Καισαριανῆς, λόγω τῆς φυσικῆς τοποθεσίας της, πρόσφερε πολύτιμο καί ἀσφαλές καταφύγιο στούς κατατρεγμένους κατοίκους. ῾Ο καλός ὀχυρωματικός περίβολος τῆς Μονῆς πρόσφερε ἀκόμη περισσότερη ἀσφάλεια. Στήν σκληρή περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἡ Μονή τῆς Καισαριανῆς ἔγινε πολλές φορές σωτήριο καταφύγιο ἀμάχων. Τά προνόμιά της βοηθοῦσαν νά ἐπιτελεῖ τήν σπουδαία αὐτή κοινωνική καί ἐθνική της προσφορά. ῾Ο ὑλικός πλοῦτος τῆς Μονῆς ἔσωσε πλῆθος ἀνθρώπων ἀπό τούς συχνούς λιμούς. ᾿Επίσης ὁ ὑγιεινός τόπος της εἶχε γίνει καταφύγιο σέ καιρούς λοιμωδῶν ἐπιδημιῶν. Ἀνεκτίμητη ὑπῆρξε ἡ προσφορά τῆς Μονῆς στήν πνευματική καλλιέργεια τῶν
κατοίκων τῆς ᾿Αττικῆς στά σκοτεινά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. ῎Εχει
διασωθεῖ μιά ὁλόκληρη λίστα ἀπό λόγιους ῾Ηγουμένους καί Μοναχούς τῆς
Μονῆς, οἱ ὁποῖοι πρόσφεραν τίς πολύτιμες ἐκπαιδευτικές τους ὑπηρεσίες στά
κατατρεγμένα σχολεῖα τῶν ᾿Αθηνῶν. ᾿Από χειρόγραφο κώδικα τῆς Μονῆς
πληροφορούμαστε πώς στά 1556 ἐδίδασκαν οἱ μορφωμένοι μοναχοί Θεοφάνης καί
᾿Ιωάννης Δορυανός. Στά 1572 ἐδίδασκε ὁ λόγιος ἡγούμενος Σωφρόνιος
Στανίτσας, καθώς καί ὁ Γρηγόριος Γεμιστός. Τό ἴδιο στά 1675 ὁ ῾Ηγούμενος
᾿Ιεζεκιήλ Στεφάκης ὁ λεγόμενος φιλόσοφος. Στά 1682 ἐδίδασκε ὁ μοναχός
Παΐσιος Βουλισμᾶς καί ὁ ῾Ηγούμενος ῾Ιερόθεος, «λόγιος ἱερομόναχος». ῾Ο
Θεόφιλος Καβαλλάρης ἀνάμεσα στά ἔτη 1722-1728 ὑπῆρξε ὀνομαστός δάσκαλος
τῆς γραμματικῆς καί ἄλλων ἐπιστημονικῶν μαθημάτων, ὅπως καί ὁ ἡγούμενος
Γρηγόριος Σωτήρης δίδασκε ὡς τό θάνατό του τό 1782. Ὑπάρχουν ἐπίσης
ἀξιόπιστες μαρτυρίες, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες ἡ Μονή στήριζε οἰκονομικά τά
σχολεῖα αὐτά, μαζί μέ ἄλλες Μονές τῆς ᾿Αττικῆς. Ἡ πλούσια βιβλιοθήκη τῆς
Μονῆς συνετέλεσε τά μέγιστα στήν παιδευτική της δράση. Γιά περισσότερα βλέπε στήν μελέτη τῆς κ. Θεανῶς Χατζηδάκη μέ τίτλο τό Μοναστήρι τῆς Καισαριανῆς, ἐκδόσεις Ἀπόλλων.
|