Τὰ δάκρυα ποτίζουν τὴν διψασμένη
πνευματικὴ ζωή.
Τοῦ Μητροπολίτου
Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ ῾Υμηττοῦ
κ. Δανιήλ.
ολλὲς
φορὲς ὁ ἄνθρωπος κλαίει στὴν ζωή του. Μὲ τὰ δάκρυα μιλάει ὁ ἄνθρωπος μιὰ
διαφορετικὴ γλῶσσα. Τὰ δάκρυα ἔχουν θέσι στὴν χριστιανικὴ ζωή. Ποτίζουν
τὴν ἀφυδατωμένη πνευματικὴ ζωή.
῾Υπάρχουν πολλὰ εἴδη δακρύων. Θ᾿ ἀναζητήσουμε ὅμως ἐκεῖνα τὰ δάκρυα,
ποὺ εἶναι πολύτιμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.
α. Τὰ δάκρυα τῆς ὑπηρεσίας.
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μιλάει στοὺς πρεσβυτέρους τῆς ᾿Εφέσου. ᾿Αρχίζει
τὴν ὁμιλία του ὡς ἑξῆς·
«᾿Εσεῖς οἱ ἴδιοι ξέρετε πὼς συμπεριφέρθηκα ἀπέναντί σας ὅλο τὸν
καιρὸ, ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα ποὺ πάτησα τὸ πόδι μου στὴν ἐπαρχία τῆς ᾿Ασίας.
᾿Εργάστηκα γιὰ τὸν Κύριο μὲ πολλὴ ταπείνωση, μὲ πολλὰ δάκρυα καὶ μὲ
δοκιμασίες ποὺ μὲ βρῆκαν ἐξαιτίας τῶν ἐπιβουλῶν τῶν ᾿Ιουδαίων»
(Πράξεων κ´ 18-19).
῾Ο Παῦλος ἐξομολογεῖται· «᾿Εργάστηκα γιὰ τὸν Κύριο μὲ πολλὰ δάκρυα».
Εἶναι δάκρυα ὑπηρεσίας.
Μᾶς ἔμαθε, ὅτι στὴν πνευματικὴ ζωὴ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης ἀνακατεύονται
μὲ τὸν ἰδρώτα τοῦ μόχθου.
β. Τὰ δάκρυα τῆς συνεχοῦς νουθεσίας.
Συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος νὰ μιλάει στοὺς ᾿Εφεσίους Πρεσβυτέρους καὶ
τοὺς ἐπισημαίνει·
«Γι᾿ αὐτὸ νὰ ἀγρυπνεῖτε, καὶ νὰ θυμάστε, ὅτι τρία χρόνια συνέχεια
δὲν ἔπαψα νύχτα καὶ ἡμέρα νὰ νουθετῶ μὲ δάκρυα τὸν καθένα σας»
(Πράξεων κ´ 31).
Μᾶς ἔμαθε ὅτι·
ὰ Τὰ δάκρυα τῆς νουθεσίας εἶναι ἰσχυρότερα ἀπὸ οἱαδήποτε
ἐπιχειρηματολογία.
ὰ Τὰ δάκρυα τῆς νουθεσίας εἶναι ἀποτελεσματικώτερα ἀπὸ κάθε ἀπειλὴ καὶ
τιμωρία.
Οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀνέπτυξαν κάποτε στὸν Κύριο μιὰ ἀδιάκριτη
ἐπιχειρηματολογία «Διδάσκαλε, αὐτὴ τὴν γυναίκα τὴν ἔπιασαν ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ
νὰ διαπράττει μοιχεία. ῾Ο Μωϋσῆς στὸ νόμο μᾶς ἔχει δώσει ἐντολὴ νὰ
λιθοβολοῦμε τέτοιου εἴδους γυναῖκες. ᾿Εσὺ τὶ γνώμη ἔχεις;» Κι᾿
᾿Εκεῖνος ἀπάντησε «οὔτε ἐγὼ σὲ καταδικάζω· πήγαινε καὶ ἀπὸ δῶ καὶ πέρα
μὴν ἁμαρτάνεις πιά» (᾿Ιωάννου η´ 4-5· 11).
ὰ Τὰ δάκρυα τῆς νουθεσίας εἶναι ἡ γνήσια καὶ αὐθεντικὴ ἔκφρασι τῆς
ἀγάπης.
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος εἶχε δάκρυα πολλά, ἀγάπη γιὰ τὸν καθένα. Τὸ
ἐπιβεβαιώνει, ὅταν λέει· «Ποίου ἡ πίστη ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ καὶ ἐγώ;
Ποιός ὑποκύπτει στὸν πειρασμό καὶ δὲν ὑποφέρω και ἐγώ;» (Β´ Κορινθίους
ια´ 29).
γ. Τὰ δάκρυα τῆς ἀμοιβαιότητος.
῾Η χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ζωὴ προσφορᾶς, θυσίας καὶ ἀγάπης. Εἶναι
ἑπόμενο νὰ συναντᾶ τὴν εὐγνωμοσύνη. Τὰ δάκρυα τῆς θυσίας καὶ τοῦ κόπου
συναντοῦν τὰ δάκρυα τῆς ἀναγνωρίσεως.
῍Αν ἡ ἀγάπη κερδίζει τὴν ἀγάπη, τότε τὰ δάκρυα συναντοῦν στὸ δρόμο τους
τὰ δάκρυα. Αὐτῶν ποὺ ὑπηρέτησαν μ᾿ αὐτῶν ποὺ ὑπηρετήθηκαν.
῍Ας παρακολουθήσουμε μιά συγκινητικὴ τέτοια σκηνή. Συνέβη τὴν ὥρα, ποὺ
ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἀποχαιρετοῦσε γιὰ πάντα τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ᾿Εφέσου.
«᾿Αφοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια, γονάτισε αὐτὸς κι ὅλοι ἐκεῖνοι καὶ
προσευχήθηκε. ῞Ολοι τότε ξέσπασαν σ᾿ ἕνα μεγάλο κλάμα, ἔπεφταν στὴν
ἀγκαλιά του καὶ τὸν καταφιλοῦσαν. Αὐτὸ κυρίως ποὺ τοὺς προξενοῦσε ὀδύνη
ἦταν ὁ λόγος ποὺ τοὺς εἶχε πεῖ ὅτι δὲν θὰ τὸν ξαναδοῦν. Κατόπιν τὸν
προέπεμψαν ὡς τὸ πλοῖο» (Πράξεις κ´ 36-38). Οἱ ᾿Εφέσιοι Πρεσβύτεροι «κατεφίλουν
αὐτὸν ὀδυνόμενοι». Αὐτόν. Ποιόν;
Αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐνουθέτησε «μετὰ δακρύων ἕνα ἕκαστον» (Πράξεις
κ´ 31). Αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ἐδήλωσε «ἥδιστα δαπανήσομαι καὶ
ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν» (Β´ Κορινθίους ιβ´ 15).
Αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ἦτο πρόθυμος νά μοιράσει καὶ τὴ ζωή του, ὅπως τὸ
ἔγραψε στὴν Α´ πρὸς Θεσσαλονικεῖς·
«῎Ετσι κηρύττουμε ὄχι γιὰ νὰ ἀρέσουμε σὲ ἀνθρώπους, ἀλλὰ στὸ Θεό, ὁ
῾Οποῖος γνωρίζει καλὰ τὶς καρδιές μας. Γιατὶ δὲν σᾶς κολακέψαμε ποτέ, ὅπως
ξέρετε, οὔτε ἤρθαμε μὲ προσχήματα γιὰ νὰ κερδίσουμε κάτι - μάρτυράς μας ὁ
Θεός. Δὲν ζητήσαμε ἀνθρώπινη δόξα οὔτε ἀπὸ σᾶς οὔτε ἀπὸ ἄλλους, ἂν καὶ
μπορούσαμε νὰ σᾶς ἐπιβαρύνουμε ὡς ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ. ᾿Απεναντίας
εἴμασταν στοργικοὶ σὰν τὴ μητέρα ποὺ φροντίζει τὰ παιδιά της. Καὶ ἦταν
τόση ἡ ἔγνοια μας γιὰ σᾶς, ὥστε εἴμασταν ἕτοιμοι νὰ σᾶς δώσουμε ὄχι μόνο
τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια μας τὴ ζωή, ἐπειδὴ σᾶς ἀγαπήσαμε»
(β´ 4-8).
Στὴν Παραλία τῆς Μιλήτου συναντᾶμε σφιχταγκαλιασμένα τὰ δύο δάκρυα. Τοῦ
῾Υπηρέτη καὶ τοῦ ὑπηρετηθέντος.
δ. Τὰ δάκρυα τῆς ὑποταγῆς στὸ θεῖο θέλημα.
Στὸ ταξείδι τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου πρὸς τὰ ῾Ιεροσόλυμα, ἐκτὸς ἀπὸ ὅσα
συνέβησαν στὴ Μίλητο, ἡ Καισάρεια ἀπετέλεσε ἕνα ἄλλο σταθμό.
᾿Εκεῖ ὁ προφήτης ῎Αγαβος προεφήτευσε, ὅτι ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος θὰ
συνελαμβάνετο στὰ ῾Ιεροσόλυμα καὶ θὰ παρεδίδετο στὰ χέρια τῶν ᾿Εθνικῶν
(Εἰδωλολατρῶν). ῾Ο Συγγραφεὺς τῶν Πράξεων, ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, συνώδευε
τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο στὸ ταξείδι αὐτὸ καὶ μᾶς διηγεῖται·
«῞Οταν τ᾿ ἀκούσαμε αὐτὰ τὸν παρακαλούσαμε κι ἐμεῖς καὶ οἱ ντόπιοι νὰ
μὴν ἀνεβεῖ στὴν ῾Ιερουσαλήμ. Τότε ὁ Παῦλος ἀποκρίθηκε· «Γιατὶ κλαῖτε καὶ
μοῦ σκίζετε τὴν καρδιά; ᾿Εγὼ ὄχι μόνο νὰ δεθῶ εἶμαι ἔτοιμος, ἀλλὰ καὶ νὰ
πεθάνω στὴν ῾Ιερουσαλὴμ γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ». ῞Οταν εἴδαμε ὅτι
δὲν πείθεται, σταματήσαμε καὶ εἴπαμε· «Τοῦ Κυρίου τὸ θέλημα ἂς γίνει»
(Πράξεις κα´ 12-14).
Αὐτὸ τὸ περιστατικὸ μοιάζει σὰν ἐκεῖνο ποὺ διαδραματίσθηκε στὴν
Καισάρεια τοῦ Φιλίππου μὲ τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό (Ματθαίου. ις´ 21-23).
Καὶ τὰ δύο κατέληξαν στὸ ἴδιο σημεῖο, στὴν ὑποταγὴ στὸ θεῖο θέλημα.
Εἶναι πονεμένο αὐτό τὸ μονοπάτι τῆς ὑποταγῆς. Τὰ δάκρυα ὅπως αὐτῆς τῆς
ὑποταγῆς ποτίζουν τὸ δένδρο τῆς λύτρωσης καὶ τῆς σωτηρίας.
ε. Τὰ δάκρυα γιὰ τὴ διόρθωσι τῶν ἁμαρτανόντων.
Στὴν Κόρινθο συνέβη μία βαρύτατη ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἔθλιψε καὶ
ἐστενοχώρησε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο (Α´ Κορινθίους ε´ 1-12).
᾿Επανέρχεται στὸ θέμα μὲ τὴν Β´ ᾿Επιστολή του καὶ γράφει·
«Γι᾿ αὐτὸ ἔκρινα σωστὸ νὰ μὴ σᾶς φέρω λύπη, ὅταν θὰ ἔλθω ξανὰ κοντά
σας. Γιατὶ ἂν ἐγὼ σᾶς προκαλῶ λύπη, τότε θὰ πρέπει νὰ παίρνω χαρὰ ἀπὸ
ἐκείνους ποὺ στενοχωρῶ. Γι’ αὐτὸ σᾶς ἔγραψα ὅπως σᾶς ἔγραψα, ὥστε ὅταν
ἔλθω νὰ μὴ δοκιμάσω λύπη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔπρεπε νὰ μοῦ δώσουν χαρά. Εἶμαι
ἀπόλυτα βέβαιος πώς ὅλοι σας πιστεύετε ὅτι ἡ δική μου χαρὰ εἶναι καὶ χαρὰ
ὅλων σας. Σᾶς ἔγραψα μὲ πολλὴ ὀδύνη, μὲ πόνο στὴν καρδιὰ καὶ μὲ πολλὰ
δάκρυα, ὄχι γιὰ νὰ σᾶς στενοχωρήσω, ἀλλὰ γιὰ νὰ γνωρίσετε τὴν περίσσεια
ἀγάπη ποὺ ἔχω γιὰ σᾶς» (Β´ Κορινθίους β´ 1-4).
Διαπιστώνουμε ὅτι κανένα ἔργο δὲν ξηραίνεται ὅταν ποτίζεται ἀπὸ ἱδρώτα
καὶ δάκρυα.
ς. Τὰ δάκρυα τῆς λυτρώσεως·
῾Ο Κύριος ἔκλαψε·
ὰ Στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου (᾿Ιωάννου ια´ 35).
ὰ Γιὰ τὴν ἀμετανόητη ῾Ιερουσαλήμ (Λουκᾶ θ´ 41).
ὰ Στὴν Γεθσημανῆ (῾Εβραίους ε´ 7).
«῾Ο Χριστός, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, μὲ δυνατὲς
κραυγὲς καὶ δάκρυα ἀπηύθυνε προσευχὲς καὶ ἱκεσίες στὸ Θεό, ποὺ μποροῦσε νὰ
Τὸν σώσει ἀπὸ τὸ θάνατο. Καὶ εἰσακούσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν εὐλάβειά Του.
῍Αν καὶ ἦταν Υἱός, ἔμαθε μέσα ἀπὸ τὰ παθήματά Του τὴν ὑπακοή. ῎Ετσι
ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο καὶ ἀνακηρύχθηκε ἀπὸ τὸν Θεό ἀρχιερεύς ὅπως ὁ
Μελχισεδέκ, κι ἔγινε ἡ αἰτία νὰ σωθοῦν γιὰ πάντα ὅλοι ὅσοι ὑπακούουν σ᾿
Αὐτόν» (῾Εβραίους ε´ 7-10).
Τὰ στάδια τοῦ ἀγῶνος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ποὺ ὁδήγησε στὴ λύτρωσι εἶναι·
ὰ ῾Η ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ.
ὰ Τὰ δάκρυα τῆς προσευχῆς Του.
ὰ Οἱ θρόμβοι αἵματος.
ὰ Τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ.
Αὐτὰ ἂς μὴ τὰ λησμονήσουμε ποτέ.
ζ. Τὰ δάκρυα ποὺ ὁ Θεὸς δὲν ξεχνάει (τῆς μετανοίας).
Στὸν 56ο ψαλμὸ ἔχουμε μιὰ περίεργη Προσευχὴ τοῦ Δαβίδ·
«᾿Ελέησέ με, ὦ Θεέ, ἐπειδὴ ἕνας ἄνθρωπος χάσκει νὰ μὲ καταπιεῖ, ὅλη
τὴν ἡμέρα πολεμώντας με μὲ καταθλίβει.
Οἱ ἐχθροί μου χάσκουν νὰ μὲ καταπιοῦν ὅλη τὴν ἡμέρα, ἐπειδή,
῞Υψιστε, εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ μὲ πολεμοῦν.
᾿Εσὺ μετρᾶς τὶς ἀποπλανήσεις μου· βάλε τὰ δάκρυά μου στὴ φιάλη· δὲν
εἶναι αὐτὰ στὸ βιβλίο σου;».
῾Ο Κύριος φυλάττει σὲ φιάλη τὰ δάκρυα τοῦ πολεμουμένου ἀπὸ τοὺς νοητοὺς
ἐχθροὺς τοῦ ἀνθρώπου.
Δὲν θὰ ξεχάσει τοὺς ἀγῶνες καὶ τοὺς κόπους, τοὺς διωγμοὺς τῶν
φοβουμένων τὸ ὄνομά Του.
Διαβάζουμε Μαλαχίου γ´ 13-18·
«Τὰ λόγια σας ἦταν σκληρὰ ἐναντίον μου λέγει ὁ Κύριος· καὶ εἴπατε·
Τί μιλήσαμε ἐναντίον σου; ᾿Εσεῖς εἴπατε· Εἶναι μάταιο νὰ δουλεύει κάποιος
τὸν Θεό· καὶ ποιὰ ἡ ὠφέλεια ὅτι ἐφυλάξαμε τὰ διατάγματά Του, καὶ ὅτι
περιπατήσαμε πενθῶντας μπροστὰ στὸν Κύριο τῶν δυνάμεων; Καὶ τώρα ἐμεῖς
μακαρίζουμε τοὺς ὑπερηφάνους· καὶ αὐτοὶ ποὺ ἐργάζονται τὴν ἀνομία
ὑψώθηκαν· καὶ αὐτοὶ ποὺ πειράζουν τὸν Θεό, κι αὐτοὶ σώθηκαν.
Τότε αὐτοὶ ποὺ ἐφοβοῦντο τὸν Κύριο μιλοῦσαν ἀναμεταξύ τους· καὶ ὁ
Κύριος ἐπρόσεχε καὶ ἄκουγε καὶ ἐγράφη ἕνα βιβλίο ἐνθυμήσεως μπροστά Του
γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐφοβοῦντο τὸν Κύριο καὶ ποὺ ἐσέβοντο τὸ ὄνομά Του· καὶ θὰ
εἶναι δικοί μου, λέγει ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων, κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ὅταν
ἐγὼ θὰ ἑτοιμάσω τὰ πολύτιμά μου· καὶ θὰ τοὺς σπλαγχνιστῶ, ὅπως ὁ ἄνθρωπος
σπλαγχνίζεται τὸν υἱό του, πού τοῦ δουλεύει. Τότε θὰ ἐπιστρέψετε καὶ θὰ
διακρίνετε ἀνάμεσα σὲ δίκαιο καὶ ἀσεβῆ, ἀνάμεσα σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ δουλεύει
τὸν Θεό κι ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὸν δουλεύει».
Ν
῾Ο Κύριος ποὺ ἦλθε νὰ φέρει τὴν χαρὰ τ᾿ οὐρανοῦ δὲν διαβάζουμε ὅτι
γέλασε σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο. ῎Εκλαψε ὅμως. Μᾶς ἄφησε τὸ «μακάριοι οἱ
κλαίοντες τώρα διότι θὰ γελάσετε» (Λουκᾶ ς´ 21).
῾Ο Παῦλος ἐνεθυμεῖτο τὰ δάκρυα τοῦ νεαροῦ συνεργάτου του τοῦ ᾿Αποστόλου
Τιμοθέου. Τοῦ ἔγραφε φυλακισμένος ἀπὸ τὴ Ρώμη «ἀδιάκοπα σὲ θυμᾶμαι στὶς
δεήσεις μου νύκτα καὶ ἡμέρα ἐπιποθώντας νὰ σὲ δῶ, καθὼς θυμᾶμαι τὰ δάκρυά
σου» (Β´ Τιμ. α´ 3-4).
Μὴν ἀρνηθεῖς τὰ δικά σου. Μὴν ὑποτιμήσεις τὴ δύναμί τους στὸν
πνευματικὸ βίο.
᾿Ανάμειξε· τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης μὲ τὰ δάκρυα τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ δάκρυα
τῆς νουθεσίας μὲ τὰ δάκρυα τῆς ἀναγνωρίσεως. Τὰ δάκρυα τῆς ὑποταγῆς στὸ
θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ δάκρυα τῆς λυτρώσεως.
Μὴ λησμονήσης σὲ στιγμὲς καὶ ἡμέρες δοκιμασίας ὅτι γρήγορα - πιό
γρήγορα ἀπ᾿ ὅ,τι νομίζουμε - «῾Ο Θεὸς θὰ ἐξαλείψει πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν
ὀφθαλμῶν μας» (᾿Αποκάλυψις κα´ 4).

|