Τὰ Φορτία τῆς Χριστιανικῆς
ζωῆς.
τοῦ Μητροπολίτου
Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ ῾Υμηττοῦ
Δανιήλ.
῾Ο Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μᾶς παρέδωσε ἕνα παρηγορητικὸ καὶ γεμᾶτο θεία
συμπάθεια λόγο τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ·
«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω
ὑμᾶς» (Ματθαίου ια´ 28).
Σαφῶς δηλώνεται ἐδῶ, ὅτι ὅλοι μας βαστάζουμε φορτία. Ποῖα;
- Φορτία ἁμαρτίας.
- Φορτία ποὺ λόγῳ τῆς ἁμαρτίας μᾶς βαραίνουν· ὅπως ἔννοιες, ἄγχη,
φροντίδες, φόβοι, πάθη, ἀνασφάλειες καὶ χίλια ἄλλα.
Γι᾿ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μιλήσει κανείς. Εἶναι αὐτονόητο καὶ ἀπὸ
ὅλους παραδεκτό.
᾿Ενῷ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ μόνο δημιούργημα ποὺ ὁ Θεὸς ἔφτιαξε ὄρθιο,
ἀλίμονο . . . εἶναι αὐτὸ ποὺ βαδίζει σκυμμένο. ᾿Αχθοφόρος τῶν φορτίων τῆς
ζωῆς.
῾Ο Χριστός, ἀναφορικῶς μὲ τὰ φορτία μας, μᾶς προτρέπει·
α. Νὰ φέρουμε σὲ Αὐτὸν τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας.
῾Ο Χριστὸς εἶναι ὁ «φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν» (Ματθαίου ια´ 19).
῏Ηλθε γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ στὸν κόσμο. Νὰ σηκώσει ἀπὸ ἀγάπη τὸ βαρὺ φορτίο
τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὶς συνέπειες τῆς ἀσύνετης ζωῆς μας.
«Αὐτὸς σήκωσε τὶς ἁμαρτίες μας μὲ τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα στὸ σταυρό,
γιὰ νὰ πεθάνουμε κι ἐμεῖς ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, καὶ νὰ ζήσουμε μέσα στὸ
θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὶς πληγὲς τοῦ Χριστοῦ γιατρευτήκατε» (Α´ Πέτρου
β´ 24-25).
῾Ο ῾Ησαΐας διακηρύττει·
«Αὐτός, στὴν πραγματικότητα, βάσταξε τὶς ἀσθένειές μας, καὶ
ἐπιφορτίσθηκε τὶς θλίψεις μας· ἐνῷ ἐμεῖς τὸν θεωρήσαμε τραυματισμένον,
πληγωμένον ἀπὸ τὸν Θεό καὶ ταλαιπωρημένον.
Αὐτός, ὅμως, τραυματίσθηκε γιὰ τὶς παραβάσεις μας· ταλαιπωρήθηκε γιὰ
τὶς ἀνομίες μας· ἡ τιμωρία, ποὺ ἔφερε τὴ δική μας εἰρήνη, ἦταν ἐπάνω σ᾿
αὐτὸν καὶ διαμέσου τῶν πληγῶν Του γιατρευτήκαμε ἐμεῖς» (῾Ησαΐου νγ´
4-5).
β) Ν᾿ ἀποφεύγουμε νὰ φορτώνουμε τοὺς συνανθρώπους μας φορτία, μάλιστα «βαρέα»
καὶ «δυσβάστακτα».
῾Ο Κύριος καυτηρίασε μὲ αὐστηρότητα τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους, οἱ
ὁποῖοι συνήθιζαν νὰ «δίνουν βαριὰ καὶ δυσβάστακτα φορτία, καὶ νὰ τὰ
βάζουν ἐπάνω στοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. κγ´ 4· Λουκᾶ ια´ 46).
Πολλὲς φορὲς κι ἐμεῖς συμπεριφερόμαστε ἀσυλλόγιστα στὸν οἰκεῖο μας,
στὸν συνεργάτη μας, στὸν ἀδελφό μας, στὸν συνάνθρωπό μας. Τοὺς φορτώνουμε
φροντίδες, ἀνησυχίες, ἐρωτηματικά, εὐθύνες, φόβους, ὑποχρεώσεις καὶ ἄλλα
πολλά.
Κι ἐνῷ τοὺς φορτώνουμε «οὔτε μὲ τὸ δαχτυλάκι μας δὲν τοὺς βοηθοῦμε»
(Ματθ. κγ´ 4) γιὰ νὰ σηκώσουν αὐτὰ τὰ βαρέα φορτία.
γ) Νὰ «βαστάζουμε» τὰ βάρη τῶν ἄλλων.
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει·
«Νὰ βαστάζετε ὁ ἕνας τὰ βάρη τοῦ ἄλλου» (Γαλ. ς´ 2).
Πολλοὶ ἀδελφοί μας σηκώνουν βάρη, ποὺ ἴσως δὲν ἔφεραν στὸν Χριστό,
γιατὶ δὲν Τὸν ἐγνώρισαν, γιατὶ δὲν Τὸν ἐδέχθηκαν. Βάρη οἰκογενειακά,
οἰκονομικά, προσωπικά. Βάρη μέσα βαθιὰ στὴν ψυχή τους ἀνεξομολόγητα.
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος ἐπαινεῖ τὸν ᾿Απόστολο Τιμόθεο ὡς ἰσόψυχον καὶ τοῦ
ἀνέθεσε νὰ μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν Φιλιππησίων.
«᾿Ελπίζω, μάλιστα, στὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ, νὰ στείλω γρήγορα σὲ σᾶς τὸν
Τιμόθεο, γιὰ νὰ εὐφραίνομαι κι ἐγὼ μαθαίνοντας τὴν κατάστασί σας. ᾿Επειδὴ
δὲν ἔχω κανέναν ἰσόψυχον ποὺ θὰ μεριμνήσει γνήσια γιὰ τὴν κατάστασί σας.
᾿Επειδή, ὅλοι ζητοῦν τὰ δικά τους, ὄχι ἐκεῖνο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Καὶ
γνωρίζετε τὴ δοκιμασία του, ὅτι δούλεψε μαζί μου στὸ Εὐαγγέλιο σὰν παιδὶ
μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα. Αὐτόν, λοιπόν, ἐλπίζω νὰ τὸν στείλω ἀμέσως, καθὼς θὰ
δῶ τὸ τέλος τῶν ὑποθέσεών μου» (Φιλιππησίους β´ 19-23).
Δυστυχῶς, τὸ δρᾶμα τῆς κοινωνίας μας εἶναι ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἄνθρωπος
νὰ μεριμνήσει γνήσια γιὰ νὰ βελτιωθῆ ἡ κατάστασι κάποιων ἀδελφῶν μας καὶ
νὰ ἀνακουφισθοῦν ἀπὸ τὰ βάρη τῆς ζωῆς.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Σίμων ὁ Κυρηναῖος ποὺ σήκωσε τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου,
ἔγινε τὸ αἰώνιο σύμβολο αὐτῆς τῆς αὐτοπροσφορᾶς.
«Καὶ ἐνῶ ἔβγαιναν ἔξω, βρῆκαν ἄνθρωπο Κυρηναῖο, ποὺ τὸν ἔλεγαν
Σίμωνα· αὐτὸν ἀγγάρευσαν γιὰ νὰ σηκώσει τὸν σταυρό Του» (Ματθαίου κζ´
32).
δ. Νὰ λειτουργεῖ ἀνάμεσά μας ὁ νόμος τῆς ἀμοιβαιότητος.
῾Η ἀποστολικὴ προτροπὴ «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως
ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. ς´ 2).
Αὐτὸς ὁ πνευματικὸς νόμος σημαίνει «συμμερίστηκες τὸ πρόβλημά μου,
θὰ συμμεριστῶ ὁλόψυχα τὸ δικό σου».
῾Ο πνευματικὸς αὐτὸς νόμος ἐνισχύει τὴν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα καὶ
ἀλληλοπεριχώρησι.
- Συχνὰ τὸ φορτίο τῆς ζωῆς εἶναι τόσο βαρύ, ποὺ χρειάζονται τοὐλάχιστον
δύο νὰ τὸ μετακινήσουν·
«᾿Αδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρά» (Παροιμ.
Σολωμ. ιη´ 19).
- ῾Η ἀλληλοπεριχώρησι ἀποδεικνύεται καὶ μὲ τὸν ἀποστολικὸ λόγο «εἴτε
πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη» (Α´ Κορινθίους ιβ´ 26). Μαζὶ θὰ
σηκώσουμε τὸ φορτίο τοῦ ἑνὸς, γιὰ νὰ ἐπανέλθει ἡ χαρὰ στὸ σῶμα.
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μᾶς ἐνθαρρύνει νὰ μὴ ἀπογοητευόμεθα ὅταν μένουμε
μόνοι, διότι κάποιος ἀδελφὸς θὰ παρουσιασθεῖ ποὺ θὰ μπορέσει νὰ σταθεῖ
κοντά μας, νὰ ἀκούσει τὸ πρόβλημά μας, νὰ συμμεριστεῖ τὸ φορτίο μας.
῎Εστω κάποιος ὅπως λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος «Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ᾿
ἐμοῦ» (Β´ Τιμοθέου. δ´ 11).
Τὸ νὰ ζητεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ συμμερισθεῖ τὸ φορτίο τῆς ζωῆς του δὲν
δείχνει ἀδυναμία καὶ κατωτερότητα.
῎Ας θυμηθοῦμε τὸν Κύριο στὴν Γεθσημανῆ, ὁ ὁποῖος εἶπε στοὺς Μαθητές
Του· «μείνατε ἐδῶ καὶ ἀγρυπνεῖτε μαζί μου» (Ματθαίου κς´ 38).
ε) ῾Ο νόμος τοῦ Χριστοῦ
«᾿Αλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ
Χριστοῦ» (Γαλάτας ς´ 2).
Βάρη καὶ Φορτία·
- ἀσθενείας καὶ τῶν πόνων της
- ἀδυναμίας καὶ τῶν ἀτυχημάτων της
- «τῆς ἡμέρας» μὲ τὰ ἀπρόοπτά της
- τῆς δοκιμασίας καὶ τοῦ ἀγῶνα της
- τοῦ ὑπηρετικοῦ ἔργου καὶ τῶν ἀπαιτήσεών του.
Γιὰ ὅλα τοῦτα τὰ βάρη πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι «ὁ Χριστὸς βάσταξε τὶς
ἁμαρτίες μας στὸ σῶμα Του ἐπὶ τοῦ ξύλου» (Α´ Πέτρου β´ 24) ἀλλὰ καὶ
ὅτι ὁ ἄρρωστος ποὺ θεράπευσε (Μάρκου β´ 3) ἦλθε σὲ Αὐτὸν «βασταζόμενος
ὑπὸ τεσσάρων».
Εἶναι ντροπή, νὰ ὑπάρχουν ἀδελφοί μας ποὺ στὴ θλίψη καὶ τὸ φορτίο τους
δὲν ἔχουν οὔτε τέσσερις, οὔτε τρεῖς, οὔτε δύο, οὔτε ἕναν ἀπὸ μᾶς, νὰ τὸ
βαστάσουν.
ς) ῾Η «καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδός»
Μᾶς τὴν διδάσκει ὁ Παῦλος ποὺ μᾶς ἐχάρισε καὶ τὸν «ὕμνο τῆς ἀγάπης»· «᾿Εὰν
ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα
χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ
μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε
ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω οὐδέν εἰμι. Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ
ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ
ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. ῾Η ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ,
ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς,
οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει
δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα
ὑπομένει. ῾Η ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει».
᾿Απόδοσις· ῍Αν μπορῶ νὰ λαλῶ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ
τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη γιὰ τοὺς ἄλλους, οἱ λόγοι μου ἀκούγονται
σὰν ἦχος χάλκινης καμπάνας ἢ σὰν κυμβάλου ἀλαλαγμός. Κι ἂν ἔχω τῆς
προφητείας τὸ χάρισμα κι ὅλα κατέχω τὰ μυστήρια κι ὅλη τὴ γνώση, κι ἂν ἔχω
ἀκόμα ὅλη τὴν πίστη ἔτσι ποὺ νὰ μετακινῶ βουνά, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη, εἶμαι
ἕνα τίποτε. Κι ἂν ἀκόμα μοιράσω στοὺς φτωχοὺς ὅλα μου τὰ ὑπάρχοντα, κι ἂν
παραδώσω στὴ φωτιὰ τὸ σῶμα μου γιὰ νὰ καεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη, σὲ τίποτα
δὲν μ᾿ ὠφελεῖ. ᾿Εκεῖνος ποὺ ἀγαπάει ἔχει μακροθυμία, ἔχει καὶ καλοσύνη·
ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει δὲν ζηλοφθονεῖ· ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει δὲν κομπάζει οὔτε
ὑπερηφανεύεται, εἶναι εὐπρεπής, δὲν εἶναι ἐγωϊστὴς οὔτε εὐερέθιστος·
ξεχνάει τὸ κακὸ ποὺ τοῦ ἔχουν κάνει, δὲ χαίρεται γιὰ τὸ στραβὸ ποὺ
γίνεται, ἀλλὰ μετέχει στὴ χαρὰ γιὰ τὸ σωστό. ᾿Εκεῖνος ποὺ ἀγαπάει, ὅλα τὰ
ἀνέχεται· σὲ ὅλα ἐμπιστεύεται, γιὰ ὅλα ἐλπίζει, ὅλα τὰ ὑπομένει. Ποτέ ἡ
ἀγάπη δὲν θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει (Α´ Κορινθίους ιγ´ 1-8).
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος εἶχε συναίσθηση τοῦ δικαιώματός του σὰν ἐργάτης
τοῦ Θεοῦ ὅτι μποροῦσε «νὰ εἶναι βάρος» σὲ ἐκείνους ποὺ ὑπηρετοῦσε
(Α´ Θεσσαλονικεῖς β´ 7), ἀλλὰ δὲν ἐπικαλέσθηκε τὸ νόμο αὐτὸ γιὰ νὰ μᾶς
διδάξει καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα τὴν θυσία καὶ τὴν προσφορά.
* * *
῎Ας μὴ μᾶς συνθλίβει ὁ φόβος τοῦ βάρους.
῎Ας θυμόμαστε ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίνει σταυροὺς ἴσους μὲ τὶς δυνάμεις
μας, ἀλλὰ δυνάμεις Του ἴσες μὲ τοὺς σταυροὺς ποὺ μᾶς ἐμπιστεύεται.
Καὶ κάτι ἀκόμη, πολὺ παρήγορο.
῞Οταν ᾿Εκεῖνος τὸ κρίνει, σοῦ στέλνει τὸ μήνυμα· «Δὲν θέλω βάλει ἐπὶ
σὲ βάρος» (᾿Αποκ. β´ 24).
Νομίζω ὅτι αὐτὸ παρηγορεῖ κάθε ἀγωνιστὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μόνο «κράτησε
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις» (᾿Αποκ. β´ 25).
|