«Το μόνο που αγαπούσε από μωρό ήταν η Ελλάδα και η Ελευθερία». Με τα λόγια αυτά περιγράφει τον γιο της η Αντωνού Αυξεντίου, η μάνα ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες που έχει γεννήσει η ελληνική γη στους αιώνες. Και είναι από τους μεγαλύτερους γιατί αντιμετώπισε μόνος το μαρτύριο, χωρίς εν όπλοις συντρόφους στο πλευρό του, ως το τέλος. Μόνος απέναντι στον θάνατο, στα δικά του Μαρμαρένια Αλώνια, εκεί στον Μαχαιρά. Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1928 στο χωριό Λύση της Αμμοχώστου. «Δεν ήταν σαν τα άλλα παιδιά», αναφέρει ο πατέρας του. Τα παιδιάστικα παιγνίδια δεν τα αγαπούσε. Αντρόδειχνε από παιδί. Με ρωτούσε και με ξαναρωτούσε για τους ήρωες του ’21 για τους αγώνες του γένους.

- Η λευτεριά πατέρα είναι σπουδαίο πράγμα ;

- Ναι γιε μου.

- Σπουδαιότερο και από τη ζωή ; Πολύ σπουδαιότερο.

- Και ο Διάκος και ο Ανδρούτσος σκοτώθηκαν για αυτήν ;

- Ναι και αυτοί και άλλοι πολλοί.

- Πατέρα είναι αλήθεια ότι οι Τούρκοι σούβλισαν τον Διάκο ;

- Αλήθεια γιε μου. Και χαμογελούσε πατέρα ;

- Ναι γιε μου χαμογελούσε.

- Εμείς πατέρα είμαστε ελεύθεροι.

- Όχι γιε μου δεν είμαστε.

- Γιατί ;

- Γιατί θέλουμε Διάκους και Ανδρούτσους.

- Πατέρα είναι δύσκολο να γίνεις σαν τον Διάκο ;

- Δύσκολο γιε μου.

- Θα γίνω σαν τον Διάκο όταν μεγαλώσω, θα γίνω σαν τον Λεωνίδα».

Μικρό παιδί, έτρεχε στους δρόμους του χωριού. Μάζευε τα άλλα παιδιά, έμπαινε αρχηγός τους και τα ετοίμαζε για τον πόλεμο, για τη λευτεριά. Τα υπόλοιπα πιτσιρίκια έμπαιναν πρόθυμα στις διαταγές του και όλοι μαζί παρήλαυναν στους δρόμους ψάλλοντας εμβατήρια.

Στο σχολείο ήταν ήσυχος. Καλός με όλους, λάτρευε φυσικά το μάθημα της ιστορίας, τουλάχιστον όπως γινόταν τότε. Η καρδιά του πάλλονταν όταν διάβαζε για τις ηρωικές στιγμές του γένους. Ο γυμνασιάρχης του γράφει : «Ουδέποτε μπορούσα να φανταστώ ότι ο έφηβος αυτός με το μακρύ, σαν προσωπογραφία του Θεοτοκόπουλου, πρόσωπο, με τα ολόμαυρα ονειροπόλα μάτια, τα πάντα βυθισμένα σε διαλογισμούς, θα διαδραμάτιζε τόσο καταλυτικό ρόλο στην απελευθέρωση της πατρίδας μας. Πως θα γινόταν ο θρυλικός υπαρχηγός της ΕΟΚΑ...». Όταν τελείωσε το γυμνάσιο αποφάσισε να φοιτήσει στη Σχολή των Ευελπίδων. Απέτυχε όμως στις εξετάσεις και έτσι περιορίστηκε να καταταγεί στο Ελληνικό Στρατό. Κατατάχθηκε στο Πεζικό και έγινε δόκιμος έφεδρος ανθυπολοχαγός. Παρουσιάστηκε στην Κόρινθο. Κατόπιν φοίτησε σε σχολή εφέδρων αξιωματικών και μετά υπηρέτησε στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στο 132ο Σύνταγμα Προκαλύψεως. Απολύθηκε από τον Στρατό το 1952 και επέστρεψε στην Κύπρο. Στην αρχή εργάστηκε μαζί με τον πατέρα του στα οικογενειακά κτήματα. Το 1954 όμως άρχισε να μεταφέρει εργάτες από το χωριό του, τη Λύση, στη Δεκέλεια, όπου κατασκευάζονταν η γνωστή βρετανική βάση. Από το πρωί που άφηνε τους εργάτες, ο Γρηγόρης επέστρεφε στο σπίτι του το βράδυ, χωρίς κανείς να γνωρίζει που ήταν όλες αυτές τις ώρες. Όταν τον ρωτούσαν απαντούσε πως πήγαινε για ψάρεμα. Στην πραγματικότητα ο Γρηγόρης Αυξεντίου είχε ήδη αρχίσει να εργάζεται για τον μεγάλο σκοπό. Είχε συχνές επαφές με τον άλλο μεγάλο ήρωα, τον Κυριάκο Μάτση. Κάποια μέρα ο πατέρας τον είδε να μεταφέρει ένα μεγάλο σακί, μέσα στο οποίο διέκρινε κάτι μαύρα στρογγυλά αντικείμενα, με σχήμα βότσαλου. Όταν τον ρώτησε τι είναι, ο Γρηγόρης περιορίστηκε να απαντήσει ότι θα δοκίμαζε να ψαρέψει με αυτές ! Στις 31 Μαρτίου 1955 ο Πιερής Αυξεντίου ζήτησε από το γιο του να μεταφέρει διάφορα λαχανικά από το περιβόλι τους, ως την πόλη, όπου θα τα πουλούσαν. Ο Γρηγόρης όμως δεν φαινόταν πουθενά. Κάποια στιγμή, προς το σούρουπο, εμφανίστηκε, όχι για να πάρει τα λαχανικά. Ζήτησε από τον πατέρα του πέντε λίρες. Εκείνος όμως δεν είχε επάνω του χρήματα και ο Γρηγόρης, χωρίς να πει λέξη έφυγε μέσα στη νύκτα.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Απριλίου η Κύπρος έμελλε να ξυπνήσει διαφορετικά. Δεκάδες εκρήξεις βομβών συγκλόνισαν το νησί. Ο αγώνας άρχιζε. Σε όλη την Κύπρο, σε πόλεις και χωριά, οι κατάπληκτοι Κύπριοι διάβαζαν την προκήρυξη του Διγενή : «Με την βοήθεια του Θεού, με πίστη εις τον έντιμο αγώνα μας, με την συμπαράσταση ολοκλήρου του Ελληνισμού και με τη βοήθεια των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα δια τη αποτίναξη του αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο που μας κατέλειπαν οι πρόγονοί μας ως ιερά παρακαταθήκη. «Ή Ταν, ή επί Τας». Από τα βάθη των αιώνων μας ατενίζουν όλοι εκείνοι όστις ελάμπρυναν την ελληνική ιστορία δια να διατηρήσουν την ελευθερία των, οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι 300 του Λεωνίδα και οι νεώτεροι του Αλβανικού έπους. Μας ατενίζουν οι αγωνιστές του ’21, οι οποίοι μας δίδαξαν ότι η απελευθέρωση από τον ζυγό του δυνάστη αποκτάται πάντα με αίμα. Μας ατενίζει ακόμα, σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος μας παρακολουθεί με αγωνία, αλλά και με εθνική υπερηφάνεια. Ας απαντήσουμε με έργα ότι θα γίνουμε «Πολλώ Κάρρονες» αυτών. Είναι καιρός να δείξουμε στον κόσμο ότι αν η διεθνής διπλωματία είναι άδικος και εν πολλοίς άναδρος, η κυπριακή ψυχή είναι γενναία. Αν οι δυνάστες μας δεν θέλουν να αποδώσουν την λευτεριά μας, μπορούμε να τη διεκδικήσουμε με τα ίδια μας τα χέρια και με το αίμα μας. Ας δείξουμε στον κόσμο ακόμα μια φορά ότι και του σημερινού Έλληνα «ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει». Ο αγώνας θα είναι σκληρός. Ο δυνάστης διαθέτει τα μέσα και τον αριθμό. Εμείς διαθέτουμε την ψυχή. Έχουμε και το δίκαιο με το μέρος μας. Για αυτό θα νικήσουμε. Διεθνείς διπλωμάτες ατενίσαμε το έργο σας. Είναι αίσχος στον εικοστό αιώνα οι λαοί να χύνουν το αίμα τους για να αποκτήσουν την λευτεριά, το θείον αυτό δώρο για το οποίο και εμείς πολεμήσαμε στο πλευρό των λαών σας και για το οποίο, εσείς τουλάχιστον, διατείνεστε ότι πολεμήσατε εναντίον του ναζισμού και του φασισμού. Έλληνες, όπου και αν βρίσκεστε ακούστε τη φωνή μας. Εμπρός, όλοι μαζί για την λευτεριά της Κύπρου μας. ΕΟΚΑ, ο αρχηγός Διγενής».

Οι ζημώσεις είχαν αρχίσει από καιρό. Με την ενίσχυση της τότε ελληνικής κυβέρνησης του στρατάρχη Παπάγου, ο Γεώργιος Γρίβας, ο Διγενής του Κυπριακού Έπους, κήρυξε την έναρξη του ενωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο Παπάγος, παρά τις αντιδράσεις Βρετανών και Αμερικανών , είχε θέσει ανοικτά θέμα ένωσης της Κύπρου με τη Ελλάδα. Όταν δεν βρήκε ανταπόκριση διεθνοποίησε το θέμα, με επίσημη προσφυγή της Ελλάδας στον ΟΗΕ. Όταν και πάλι έκρουσε σφραγισμένες θύρες αποφάσισε πως η μόνη λύση ήταν ο ένοπλος αγώνας. Στο δε πρόσωπο του συνταγματάρχη Γεώργιου Γρίβα, ήρωα του 1940 βρήκε τον ιδανικό αρχηγό της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών, της ΕΟΚΑ. Ο Αυξεντίου, μυημένος από τους πρώτους, είχε ήδη ετοιμάσει τη πρώτη επιχείρηση, την ανατίναξη των αποθηκών καυσίμων των Βρετανών στη Δεκέλεια. Η επίθεση απέτυχε και ο αγωνιστής Μόδεστος Παντελή, βρήκε τον θάνατο, επιχειρώντας να διακόψει την ηλεκτροδότηση της βάσης. Αλλά και ο Αυξεντίου έχασε την ταυτότητά του, κατά την επίθεση. Ήταν ο πρώτος αγωνιστής της ΕΟΚΑ, το όνομα του οποίου θα μάθαιναν οι Βρετανοί. Σύντομα θα μάθαιναν να το φοβούνται επίσης. Ο Αυξεντίου, καταδιώχτηκε από τους Βρετανούς, αλλά κατάφερε να ξεφύγει και να κρυφτεί σε σπίτι μυημένων. Από εκεί έστειλε μήνυμα στον πατέρα του, ζητώντας του να του στείλει ένα όπλο. Του το παρέδωσε ο ίδιος προσωπικά. Ο Γρηγόρης έφυγε κατόπιν και πήγε στην Ιερά Μονή Αχειροποιήτου. Η μονή αποτελούσε ένα από τα βασικά ορμητήρια της ΕΟΚΑ. Εκεί συγκεντρώνονταν οπλισμός, εκεί εκπαιδεύονταν και φιλοξενούνταν οι μαχητές. Το ’21, όπως ο Γρηγόρης το ονειρευόταν, ξαναζούσε. Στο καθολικό της Ιεράς Μονής Αχειροποιήτου άλλωστε, τέλεσε στις 10 Ιουνίου 1955 και τους γάμους του με την μνηστή του Βασιλική.

Ο Αυξεντίου είχε χριστεί υπαρχηγός της οργάνωσης από τον ίδιο τον Διγενή, με το ψευδώνυμο «Ζήδρος», όταν ο τελευταίος είχε έρθει μυστικά στην Κύπρο, ήδη από τον Νοέμβριο του 1954. Ο Αυξεντίου είχε ενταχθεί στην οργάνωση τον Ιανουάριο του 1955, από τον ίδιο τον Διγενή. Ο Γρίβας αναφέρει στα απομνημονεύματά του την απάντηση του Αυξεντίου στο εθνικό κάλεσμα : «Ως Έλληνας αξιωματικός σας δίδω τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής ότι θα υπηρετήσω πιστώς και εντίμως υπό τας διαταγάς σας...». Και κράτησε την υπόσχεσή του, τιμώντας τον αντρίκειο λόγο του με το ίδιο του το αίμα. Ο Γρίβας δε για να καλύψει τη διαφυγή του υπαρχηγού του φρόντισε να «φιλτράρει» δικές του πληροφορίες στις βρετανικές αρχές, στέλνοντάς τις να ψάχνουν στην άλλη άκρη του νησιού ! Αφού έμεινε για λίγο στο μοναστήρι, ο Αυξεντίου μετακινήθηκε και πάλι και κατέφυγε κοντά στο χωριό Καραβά, στον Πενταδάκτυλο. Εκεί διέμενε στο σπίτι του Ηρακλή Χατζηδαμιανού, το οποίο μετέτρεψε σε αίθουσα εκπαίδευσης τόσο στα όπλα, όσο και στην ιστορία και στις ιερές γραφές. Επιθυμούσε να γνωρίζει από κοντά τους άνδρες του, τις ιδιομορφίες, τον χαρακτήρα και τα τυχόν προβλήματα του καθενός. Παράλληλα ο Αυξεντίου με τους άνδρες του εκτελούσαν συνεχώς επιδρομές κατά των Βρετανών. Στις 10 Ιουνίου, όπως αναφέρθηκε, νυμφεύθηκε την μνηστή του Βασιλική. Έμειναν μαζί μέχρι τα ξημερώματα της 11ης Ιουνίου. Χωρίστηκαν και ξαναβρέθηκαν μόνο μια φορά, στις 6 Αυγούστου 1955. Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ πια. Στις 20 Ιουνίου ο Γρηγόρης και οι άνδρες του επιτέθηκαν κατά των Βρετανών στην Αγύρτα. Μετά την επίθεση οι Βρετανοί επικήρυξαν τον Αυξεντίου με το ποσό των 5.000 λιρών και άρχισαν να τον καταδιώκουν παντού. Κυνηγημένοι, ο Αυξεντίου και οι άνδρες του, κατέφυγαν στην περιοχή της Ακανθούς, στη θέση Καλογριά. Εκεί υπήρχε μια φυσική σπηλιά την οποία οι αγωνιστές διαμόρφωσαν κατάλληλα και την μετέτρεψαν σε ορμητήριο. Κάποια μέρα ο Αυξεντίου βρισκόταν έξω από τη σπηλιά και καθάριζε το όπλο του. Τότε τον πλησίασε ένας γέροντας βοσκός, που λειτουργούσε ως σύνδεσμος και τον ενημέρωσε ότι στην πηγή, από όπου έπαιρναν νερό είχαν στρατοπεδεύσει Βρετανοί. Ο Αυξεντίου δεν θορυβήθηκε. Απάντησε απλώς ότι θα διψάσουν όλοι, όσο χρειαστεί. Δεν χρειάστηκε όμως. Καθώς επιχειρούσε να εισέλθει στη σπηλιά, το κεφάλι του προσέκρουσε στο τοίχωμα. Ο Γρηγόρης θύμωσε και χτύπησε τον βράχο με το κοντάκι του όπλου του. Αμέσως ο βράχος υποχώρησε και άρχισε να αναβλύζει δροσερό νερό ! Σε άλλη περίπτωση ο Αυξεντίου κρυβόταν στο χωριό Αναλύοντα. Ξαφνικά βρετανικές δυνάμεις κύκλωσαν το χωριό, αναζητώντας τον. Ο Αυξεντίου, κρυμμένος σε ένα σπίτι, ετοιμάστηκε για τον μέχρις εσχάτων αγώνα. Οι Βρετανοί κτένισαν το χωριό. Ως εκ θαύματος όμως, όταν έφτασαν στο σπίτι που κρυβόταν ο Αυξεντίου, κοίταξαν μέσα και έφυγαν. Δεν είχε άδικο ο Γρηγόρης όταν έλεγε στους άνδρες του : «Βλέπετε πως ο Θεός του ελέους είναι μαζί μας, βοηθός, σκεπαστής και σωτήρας μας και για αυτό πιστεύω ενδόμυχα πως θα νικήσουμε».

Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν το φθινόπωρο. Στις Οκτωβρίου ο Αυξεντίου και η ομάδα του εκτέλεσαν μια ακόμα επίθεση κατά του αστυνομικού σταθμού Λευκονοίκου. Αιφνιδίασαν τους φρουρούς και κατέλαβαν τον σταθμό, αποκομίζοντας δύο υποπολυβόλα, οκτώ τυφέκια και ένα κυνηγετικό όπλο. Η επιχείρηση εκτελέστηκε με υποδειγματικό τρόπο, ταχύτητα και θάρρος. Σε μια περίπτωση έστησε ενέδρα σε δύο βρετανικά τζιπ. Αφού εξουδετέρωσε τους επιβαίνοντες, επισκεύασε το ένα από αυτά, του άλλαξε τον αριθμό και το χρησιμοποίησε για να κινείται, από κρησφύγετο σε κρησφύγετο, φορώντας βρετανική στολή. Οι άνδρες του ανησυχούσαν για την άγνοια κινδύνου που τον διακατείχε. «Αρχηγέ πρόσεχε», του είπε ένας από τους άνδρες του. «Με αυτό το τζιπ θα πέσεις καμιά φορά σε δική μας ενέδρα και θα σκοτωθείς». «Χαλάλι να πέσω από τις δικές μας σφαίρες», του απάντησε χαμογελώντας. «Εγγλέζοι μόνο να μην με σκοτώσουν». Μια μέρα ο Αυξεντίου, κινούμενος με το τζιπ, έμεινε από βενζίνη. Με όλη την ψυχραιμία του, σταμάτησε ένα βρετανικό στρατιωτικό όχημα που περνούσε και διέταξε, σε άπταιστα αγγλικά, τον οδηγό να του δώσει βενζίνη. Εκείνος υπάκουσε και μετά συνέχισε την πορεία του. Όταν όμως έφτασε στη βάση του τον ρώτησαν αν τυχόν είχε δει στον δρόμο ένα τζιπ με έναν παράξενο αξιωματικό. Εκείνος απάντησε καταφατικά και όταν του ανακοίνωσαν ότι ήταν ο Αυξεντίου αυτός που είχε βοηθήσει, έμεινε στήλη άλατος.

Ωστόσο η μάχη που ανέδειξε την ηγετική φυσιογνωμία του Αυξεντίου ήταν η ονομαστή μάχη στα Σπήλια. Ήταν Δεκέμβριος. Ο Διγενής, ο Αυξεντίου, ο Ρένος Κυριακίδης και άλλοι εννέα αγωνιστές είχαν καταφύγει στα Σπήλια της Κακοπετριάς, με τους Βρετανούς να έχουν αναπτύξει μεγάλες δυνάμεις για την εξόντωσή τους. Οι Έλληνες μαχητές αντιλήφθηκαν τις εχθρικές κινήσεις. Ο Διγενής έστειλε τον Αυξεντίου για αναγνώριση. Εκείνος, όταν επέστρεψε, ανέφερε ότι ισχυρή βρετανική δύναμη, με βαρύ οπλισμό και σκύλους ανιχνευτές, βάδιζε προς το μέρος τους. Ευτυχώς ήταν χειμώνας βαρύς και η ομίχλη είχε καλύψει την κορυφογραμμή, περιορίζοντας την ορατότητα στα 10-15 μέτρα, προσφέροντας έτσι έναν ανέλπιστο σύμμαχο στους Έλληνες. Ήταν άλλωστε ο μόνος τους σύμμαχος, καθώς οι Βρετανοί είχαν αναπτύξει εναντίον τους ένα ολόκληρο τάγμα, με 700 περίπου στρατιώτες. Ο Διγενής δεν είχε άλλη επιλογή. Διάταξε την διολίσθηση των ανδρών, ώστε να βγουν από τον εχθρικό κλοιό. Ο Αυξεντίου ανέλαβε μαζί με άλλους τρείς, να καλύψει την αποχώρηση της ομάδας. Όταν οι Βρετανοί πλησίασαν ακούστηκε το αυτόματο του Γρηγόρη να κελαηδά. Οι Βρετανοί, οδηγούμενοι από πληροφορίες προδότη, είχαν χωρίσει τις δυνάμεις τους σε δύο τμήματα, τα οποία επιτέθηκαν εκατέρωθεν του βουνού, με σκοπό να παγιδέψουν τους Έλληνες. Η ομίχλη όμως βοήθησε την διαφυγή των γενναίων. Ο δε Αυξεντίου, όταν κατάλαβε ότι οι Βρετανοί έρχονταν από δύο μεριές, διείσδυσε ανάμεσα τους και έβαλε με το αυτόματο, ρίχνοντας παράλληλα χειροβομβίδες. Οι Βρετανοί, ανίκανοι να αντιληφθούν τι ακριβώς συμβαίνει άρχισαν να πυροβολούν μανιασμένα, το ένα τμήμα ενάντια στο άλλο, αλληλοσφαγιαζόμενοι. Την ίδια ώρα οι Έλληνες αποχώρησαν ασφαλώς, αφήνοντας τους Βρετανούς να καταμετρούν τις απώλειές τους –περίπου 50 άνδρες σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Μανιασμένοι για την ντροπιαστική τους αποτυχία οι Βρετανοί βάλθηκαν να καταδιώκουν ακόμα πιο άγρια την μικρή ομάδα των Ελλήνων, για τις επόμενες επτά ημέρες. οι Έλληνες μαχητές είχαν όμως διασπαστεί σε ακόμα μικρότερες ομάδες και είχαν διαφύγει. Ένας δεν τα κατάφερε, ο Ρένος Κυριακίδης, ο οποίος είχε καταφύγει στο χωριό Σπήλια. Εκεί εντοπίστηκε από τους Βρετανούς και αφού έδωσε την δική του μάχη, συνελήφθη τραυματίας. Ο Ρένος Κυριακίδης δεν ήταν ένας τυχαίος μαχητής της ΕΟΚΑ. Επικεφαλής της ομάδας της Πιτσιλιάς, είχε καταστεί ο τρόμος των Βρετανών. Σε τρείς τουλάχιστον περιπτώσεις είχε εκτελέσει επιτυχείς επιθέσεις κατά βρετανικών στόχων, στα ορυχεία του Μιτσερού και στα βουνά του Αμιάντου. Εκεί είχε τραυματιστεί για πρώτη φορά. Οι Βρετανοί τον φυλάκισαν, τον βασάνισαν άγρια και μόνο από την επέμβαση της Θείας πρόνοιας είναι σήμερα ζωντανός, πηγή ιστορικής μνήμης. Όσον αφορά τον προδότη που πληροφόρησε τους Βρετανούς για την παρουσία του Διγενή και των ανδρών στα Σπήλια, σύντομα πληρώθηκε όπως του άξιζε. Στο πτώμα του βρέθηκαν τα αργύρια της προδοσίας.

Η μάχη στα Σπήλια είχε αναδείξει τον Αυξεντίου ως ηγετική φυσιογνωμία του αγώνα. Ο Διγενής, του ανέθεσε, πέραν των άλλων καθηκόντων του, τη διοίκηση των μαχητών της Πιτσιλιάς, την αντικατάσταση δηλαδή του Κυριακίδη. Ο Αυξεντίου συγκέντρωσε την ομάδα σε νέο κρησφύγετο. Εκεί 17 άνδρες κοιμόντουσαν ο ένας πάνω στον άλλο. Στα διαλείμματα των επιχειρήσεων συγκέντρωνε τους άνδρες του και τους διάβαζε χωρία από τη Αγία Γραφή. Πίστευε πως δεν μπορεί να είναι κάποιος καλός Έλληνας αν δεν είναι και καλός Χριστιανός. Πάντα διωκόμενος πέρασε δύσκολες μέρες στα βουνά. Τον Φεβρουάριο του 1956 έπεσε κάτω από τους πόνους. Υπέφερε από σκωληκοειδίτιδα, αλλά δεν είχε χρόνο να απαλλαγεί από αυτή. Έριξε χιόνι πάνω του για να παγώσει η περιοχή του σώματος και να μαλακώσουν οι πόνοι και συνέχισε την πορεία του, επικεφαλής των ανδρών του ! Κάποια φορά ήταν μαζί με τέσσερις ακόμα αγωνιστές. Καταδιωκόμενοι από τον εχθρό κατέφυγαν κατάκοποι σε μια βουνοπλαγιά. Δεν μπορούσαν ούτε να συρθούν από την κούραση. Πιο χαμηλά στην πλαγιά είχαν δει μια πηγή. Κανείς όμως δεν είχε το κουράγιο να πάει να φέρει νερό. Οι άνδρες άρχισαν να φιλονικούν. Ο Γρηγόρης τους κοίταξε λυπημένος. Σηκώθηκε χωρίς να τον καταλάβουν και σε λίγο επέστρεψε κρατώντας μια στάμνα γεμάτη νερό. Τέτοιος άνδρας ήταν. Ικανός να εμπνεύσει με το παράδειγμά του. Γνώριζε άλλωστε καλά την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του νερού στην έρημο Γεδρωσία, όταν ο στρατηλάτης προτίμησε να διψά μαζί με τους άνδρες του παρά να πιει αυτός νερό. Ο ηγέτης ξεχωρίζει από αυτές ακριβώς τις λεπτομέρειες και ο Αυξεντίου ήταν ηγέτης ανδρών και οδηγός ψυχών. Έγραφε στον πατέρα του : «Όταν υπάρχουν άνθρωποι αποφασισμένοι να πεθάνουν δεν μπορεί παρά να νικήσουμε. Αυτό το αντιλαμβάνονται πολύ καλά οι κατακτητές και για αυτό λυσσούν περισσότερο».

Στις 16 Μαρτίου 1956 ο Αυξεντίου και οι άνδρες του έστησαν ενέδρα σε βρετανική αυτοκινητοπομπή, στον δρόμο Χανδριών- Αγρού. Ήθελαν έτσι να απαντήσουν στην εξορία του Μακαρίου και των συν αυτώ αγωνιστών κληρικών. «Η τοποθεσία στην οποία στήθηκε η ενέδρα ήταν μια απότομη στροφή, κυκλική και μεγάλη», αφηγείται ο αγωνιστής Σάββας Κουλλαπής. «Το έδαφος ήταν πετρώδες και ανοικτό. Τα αυτοκίνητα ήταν δύο. Ένα Τζιπ γεμάτο στρατιώτες και ένα ταξί με ανακριτές, όπως εξακριβώθηκε αργότερα. Το σχέδιο ήταν να αφήσουμε και τα δύο αυτοκίνητα να μπουν στον κύκλο της στροφής και μετά ο αρχηγός να δώσει το σύνθημα της επίθεσης. Σε λίγο έφτασε το πρώτο αυτοκίνητο στη στροφή. Επειδή όμως το δεύτερο ήταν μακριά και υπήρχε το ενδεχόμενο να μας ξεφύγει, αν δεν το κτυπήσουμε από το πιο πέρα σημείο, μόλις έκαμε τη στροφή του κύκλου, το κτυπήσαμε με τα όπλα. Παρά τις απώλειες που είχε μας διέφυγε. Πληροφορηθήκαμε ότι τέσσερις τραυματίστηκαν και ένας εξέπνευσε στο νοσοκομείο Αγρού. Μόλις πλησίασε το δεύτερο αυτοκίνητο το κτυπήσαμε και το ακινητοποιήσαμε με πυρά αυτομάτων και με χειροβομβίδες. Ένας από τους επιβαίνοντες κατόρθωσε να κατεβεί, να λάβει θέση αμύνης και να πυροβολεί». Από τα πυρά αυτά σκοτώθηκε ο αγωνιστής Χρίστος Τσιάρτας.

Κοντά στο Πάσχα ο Αυξεντίου με τους άνδρες του είχε καταφύγει στην Ιερά Μονή της Παναγίας στον Μαχαιρά. Εκεί έπαθε νέα κρίση και οι άνδρες του αναγκάστηκαν να τον μεταφέρουν, την Κυριακή των Βαίων στη Λεμεσό, όπου χειρουργήθηκε κρυφά. Τον μετέφεραν και πάλι στον Μαχαιρά την Μεγάλη Πέμπτη. Τον φιλοξένησαν οι καλόγεροι στο μοναστήρι. Τον έντυσαν και αυτόν καλόγερο και του έδωσαν το όνομα Χρύσανθος. Μια βδομάδα αργότερα 2.000 Βρετανοί στρατιώτες έφτασαν στην περιοχή του Μαχαιρά και άρχισαν τις έρευνες. Προφανώς είχαν πληροφορίες ότι εκεί κρυβόταν ο Αυξεντίου. Οι Βρετανοί, πάνα από 100 από αυτούς, μπήκαν και στη μονή. Τους υποδέχτηκε ο ηγούμενος Ειρηναίος, ο οποίος με παροιμιώδη ψυχραιμία κάλεσε τους Βρετανούς αξιωματικούς στο αρχονταρίκι για να τους κεράσει. «Ελάτε να πάρετε ένα γλυκό», τους είπε. «Πάτερ Χρύσανθε, πρόσφερε στους ξένους γλυκό και κουμανταρία», είπε, απευθυνόμενος στον Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου - Χρύσανθος πήγε πράγματι και σε λίγο επέστρεψε με τον δίσκο με τα γλυκά και το κρασί. Εκείνη τη στιγμή ήχησε το τηλέφωνο και ο ηγούμενος αποσύρθηκε. Ο Αυξεντίου έμεινε μόνος με τους Βρετανούς. Ο επικεφαλής Βρετανός του είπε : «Μπορείς εσύ να μας βοηθήσεις να βρούμε τον Αυξεντίου;». «Εγώ ; Τι γυρεύει ο Αυξεντίου σε τούτη την περιοχή ; Δεν μπορεί να είναι εδώ, θα τον έβλεπα», απάντησε ο Γρηγόρης. «Τότε να σου δώσω τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Αν τύχει και μάθεις τίποτα, ή περάσει από εδώ ο Αυξεντίου, μου κάνεις ένα τηλεφώνημα», είπε ο Βρετανός και έδωσε στον μοναχό Χρύσανθο την κάρτα του ! Σε λίγο επέστρεψε ο ηγούμενος και οι Βρετανοί, αφού ευχαρίστησαν, έφυγαν.

Οι Βρετανοί τον αναζητούσαν πλέον μανιωδώς. Στο πατρικό του σπίτι είχαν σχεδόν εγκαταστήσει φρουρά. Έτσι ο Γρηγόρης δύσκολα μπορούσε να επικοινωνήσει με τους δικούς του. Συνήθως περιοριζόταν σε ένα κομμάτι χαρτί με τις λέξεις : «Είμαι καλά». Ακόμα και οι Βρετανοί πάντως έφτασαν να θαυμάζουν τον μεγάλο τους αντίπαλο. Ένας αξιωματικός είπε κάποτε στον Πιερή Αυξεντίου : «Ως αξιωματικός θέλω να συλλάβω τον γιο σου. Σαν άνδρας σε συγχαίρω για τον γιο που ανέθρεψες». Η αναγνώριση από τον εχθρό είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να πετύχει ένας πολεμιστής.

Πάντα κυνηγημένος ο Αυξεντίου κατέφυγε στο χωριό Ζωοπηγή. Και εκεί όμως, κατόπιν προδοσίας, οι Βρετανοί τον αναζήτησαν. Το σπίτι που κρυβόταν περικυκλώθηκε. Οι Βρετανοί άνοιξαν πυρ. Χωρίς να χάσει καιρό ο Γρηγόρης, με τους άνδρες του, επιχείρησαν να διαφύγουν. Ένας στρατιώτης τον αναγνώρισε και φώναξε : «Αυτός είναι ο Αυξεντίου». Μια ριπή του Γρηγόρη τον ξάπλωσε στο χώμα. Ύστερα από άγρια συμπλοκή οι Έλληνες διέφυγαν εκτός από έναν, τον Μιχαήλ Γεωργαλλά, που έπεσε από τα εχθρικά πυρά.

Στις αρχές του 1957 ο Αυξεντίου κατέφυγε πάλι στην περιοχή του Μαχαιρά, στην Μονή της Παναγιάς της Μαχαιράδος. Σύμφωνα με την παράδοση στην περιοχή που κτίστηκε η μονή είχε ανακαλυφθεί, τον 12ο αιώνα μ.Χ. θαυματουργή εικόνα της Θεομήτορος, στην οποία ήταν μπηγμένο ένα μαχαίρι. Η Μονή Μαχαιρά, μαζί με τη Μονή Κύκκου, είναι οι πλέον ονομαστές, όχι μόνο για τη ιστορία τους, αλλά και για την εθνική προσφορά τους σε όλους τους αγώνες κατά των κατακτητών. Από τον Μαχαιρά ο Αυξεντίου έστειλε και την τελευταία του προφητική όπως αποδείχτηκε επιστολή στη σύζυγό του : «Ίσως με τις τελευταίες έρευνες και συλλήψεις να ανησύχησες και να ανησυχείς ακόμη. Είναι αλήθεια ότι ύστερα από μιαν προδοσία μας σφίξανε αρκετά, αλλά ο καλός Θεός μας βοήθησε να αποφύγουμε τον κίνδυνο. Μην ανησυχείς και ο κοκοβίος σου δεν το έχει να πιαστεί έτσι εύκολα- εύκολα. Στην έσχατη ανάγκη θα αγωνιστώ σαν Έλληνας, αλλά ζωντανό δεν θα με πιάσουν».

Με τους άνδρες του έσκαψαν και δημιούργησαν ένα καταφύγιο, 1.000 μέτρα περίπου μακριά από τη Μονή. Η Μονή ήταν το ορμητήριό του. Από έπαιρνε πληροφορίες και διευθετούσε την αλληλογραφία του. Έλεγε στον ηγούμενο Ειρηναίο : «Αν τυχόν και έρθουν οι Άγγλοι κάψε τα γράμματα στη σόμπα και κρύψε τα χρηματικά βοηθήματα για τις οικογένειες των αγωνιστών». Δύο μέρες πριν την θυσία, σαν να είχε προαισθανθεί κάτι είπε στον ηγούμενο : «Απόψε θα φύγουμε νωρίς. Όπου να είναι έρχονται τα βαριά όπλα. Και ο Μαχαιράς θα γίνει Κούγκι. Να μας κοινωνήσεις. Είμαστε σε κίνδυνο».

Ξημερώματα Παρασκευής, 1ης Μαρτίου 1957, ισχυρές βρετανικές δυνάμεις κύκλωσαν τη Μονή. Οι στρατιώτες όρμησαν μέσα ουρλιάζοντας, με όπλα και σκυλιά. «Που κρύβετε τους τρομοκράτες ; Που κρύβετε τον Αυξεντίου» ; φώναζαν. Άρπαξαν τον ηγούμενο από τα μαλλιά. Έναν καλόγερο τον έδεσαν από τα πόδια και τον κρέμασαν ανάποδα από ύψος 50 μέτρων. Έβαλαν τα σκυλιά στο καθολικό, βεβήλωσαν την Αγία Τράπεζα. Ένα από τα σκυλιά τους πήγε να μυρίσει την εικόνα της Παναγιάς. Έπεσε κάτω νεκρό. Συγκλονίζει η μαρτυρία του υπεραιωνόβιου μοναχού Δαμιανού : «Είμαι 104 ετών. Από μικρός έφτασα και τον καιρό της τουρκιάς. Έχει 92 χρόνια που είμαι εδώ πάνω στο μοναστήρι του Μαχαιρά. Όμως δεν είδα ούτε θα ξαναδώ νομίζω τέτοιο κακό και τέτοια θηριωδία. Αν ήταν Σαρακηνοί ή Καραμάνοι θα είχαν έλεος. Ακόμα και σε αυτά τα καλυμμαύχια μας ερευνούσαν, σάμπου ο Αυξεντίου είναι κανένας ποντικός και θα τρυπώσει μέσα. Ευλογημένοι άνθρωποι, ακόμα και μέσα στην Εκκλησία έβαλαν σκύλους για να ανακαλύψουν τον Αυξεντίου και έσκαψαν το πάτωμα». Επί τρείς μέρες οι Βρετανοί ερευνούσαν άκαρπα. Στο τέλος όμως τους ήρθε η βοήθεια του Εφιάλτη. Ένας αγρότης που προμήθευε το μοναστήρι με διάφορα είδη γνώριζε για τον Αυξεντίου και το κρησφύγετο του. Έναντι αδράς αμοιβής ανέλαβε να οδηγήσει ο ίδιος τους Βρετανούς στον Αυξεντίου.

Με το πρώτο φως της 3ης Μαρτίου οι Βρετανοί αρχίζουν να κτενίζουν την περιοχή, με τη βοήθεια ακόμα και ελικοπτέρων. Ο προδότης γνώριζε την περιοχή που κρυβόταν ο Αυξεντίου και οι άνδρες του, αλλά όχι την ακριβή τοποθεσία. Τελικά η τεχνητή σπηλιά βρέθηκε. Οι Βρετανοί αμέσως ζήτησαν από τους εγκλωβισμένους να παραδοθούν. Ο Αυξεντίου δεν απάντησε. Διέταξε απλώς τους τέσσερις άνδρες του να βγουν. «Κι εσύ», ρώτησαν αυτοί. «Εγώ θα πολεμήσω και θα πεθάνω», απάντησε ψύχραιμα. «Θα πεθάνουμε όλοι», του είπαν οι άνδρες του. «Εγώ πρέπει να πεθάνω», τους απάντησε και τους υποχρέωσε να βγουν. Οι Βρετανοί τους περίμεναν και τους συνέλαβαν. Οι Βρετανοί όμως, χάρις στον προδότη, γνώριζαν ότι στη σπηλιά κρυβόταν και ο Αυξεντίου και δεν αρκέστηκαν στην μέχρι τότε λεία τους. Είχαν άλλωστε φροντίσει να δώσουν μεγάλη έκταση στο γεγονός της επικείμενης σύλληψης του υπαρχηγού της ΕΟΚΑ, του Αυξεντίου, καλώντας να παρακολουθήσουν την σκηνή και δεκάδες δημοσιογράφοι. Η εξέλιξη της «μάχης» όμως δεν δικαίωσε τους πόθους τους. «Αυξεντίου έλα έξω, αλλιώς θα σε ανατινάξουμε, μαζί με το κρησφύγετο», του φώναζαν. Η ψυχή του Έλληνα δεν δείλιασε. «Μολών Λαβέ», απάντησε. «Αν έχετε καρδιά ελάτε», απάντησε. Αμέσως οι Βρετανοί ετοιμάστηκαν να επιτεθούν. Ένας υπαξιωματικός πλησίασε πρώτος, αλλά μια ριπή του Αυξεντίου τον άφησε νεκρό. Ένας άλλος στρατιώτης πρόλαβε και έριξε μια χειροβομβίδα. Ο Αυξεντίου πληγώθηκε, στον λαιμό και στο πόδι. Οι Βρετανοί πίστεψαν τότε ότι είχαν ησυχάσει από τον μεγάλο τους πονοκέφαλο. Μην τολμώντας όμως να πλησιάσουν έστειλαν έναν από τους συλληφθέντες άνδρες του Αυξεντίου, τον Αυγουστή Ευσταθίου, μέσα στο κρησφύγετο, για να σύρει το πτώμα του έξω. Ο Αυγουστής μπήκε προσεκτικά. Όντας βέβαιος ότι ο Αυξεντίου ζούσε φώναξε : «Μάστρε μην πυροβολείς». «Γιατί ήρθες Αυγουστή», απάντησε ο Αυξεντίου. «Με έστειλαν για να σε βγάλω έξω», του είπε. «Μα στα αλήθεια σε έστειλαν οι Άγγλοι για να μου πεις να παραδοθώ ; Βρε τους παλαβούς», είπε ο Αυξεντίου, χαμογελώντας. Αμέσως ο Αυγουστής άρπαξε ένα όπλο, στάθηκε δίπλα στον Γρηγόρη και φώναξε : «Ελάτε. Είμαστε δύο τώρα». Οι Βρετανοί επιχείρησαν να πλησιάσουν, αλλά τα φονικά πυρά των δύο ηρώων τους απέτρεψαν. Ο Αυξεντίου αποφάσισε να κάνουν έξοδο. Το επιχείρησαν αλλά απέτυχαν. Έτσι παρέμειναν μέσα, συνεχίζοντας τον χωρίς καμία ελπίδα αγώνα τους. Ο Αυγουστής πίστευε πως θα μπορούσαν να ξεφύγουν όταν νύχτωνε. Ο Αυξεντίου όμως απάντησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσουν οι Βρετανοί να τους ξεφύγει. Και πράγματι οι Βρετανοί συγκέντρωσαν στην περιοχή τεράστιες δυνάμεις, υπό τον ταξίαρχο Χόπγουντ. Παιζόταν η τιμή του Βρετανικού Στρατού. Ένα ολόκληρο Σύνταγμα, και μάλιστα το Σύνταγμα του Δούκα του Γουέλινγκτον, του νικητή του Βατερλό, πολεμούσε με δύο Έλληνες και δεν μπορούσε να τους νικήσει ! Είχαν περάσει εννεά ώρες από την έναρξη της μάχης και οι δημοσιογράφοι αδημονούσαν. Έτσι ο Χόπγουντ αποφάσισε να κάψει ζωντανούς τους Έλληνες. Οι Βρετανοί έριξαν μέσα στο κρησφύγετο βενζίνη, το ένα βαρέλι μετά το άλλο. Μέχρι το χώμα είχε ποτίσει. Ο Αυγουστής πανικοβλήθηκε. «Παναγία μου θα μας κάψουν», είπε. «Μη φοβάσαι», απάντησε ο Αυξεντίου, με τα ρούχα ποτισμένα από βενζίνη. Σχεδόν αμέσως οι Βρετανοί έριξαν εμπρηστική χειροβομβίδα. Άρχισε να καίγεται το χώμα, άρχισε να καίγεται το κρησφύγετο. Ο Αυγουστής βγήκε έξω και παραδόθηκε, μισοκαμμένος. Ο Αυξεντίου όμως δεν έβγαινε. Οι Βρετανοί πίστευαν ότι ήταν πια νεκρός. Εκείνος όμως, σε πείσμα ακόμα και των φυσικών νόμων, πετάχτηκε έξω. Κρατούσε στο χέρι το αυτόματο και έριχνε. Με το άλλο χέρι έριξε την τελευταία του χειροβομβίδα. Ήταν ένας φλεγόμενος πυρσός. Η φλόγα που τον έκαιγε, θεόρατη, του έδινε μια αλλόκοσμη μορφή. Το ένα πόδι του είχε κοπεί. Οι Βρετανοί τρομοκρατημένοι με το θέαμα άρχισαν να ρίχνουν με ότι είχαν. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου έπεσε νεκρός. Το κορμί του σκοτώθηκε, κατακάηκε, ακρωτηριάστηκε, θερίστηκε από σφαίρες και θραύσματα. Η ψυχή του όμως δεν πέθανε, ούτε και πρόκειται να πεθάνει, όσο υπάρχουν Έλληνες στον κόσμο τούτο. Είναι όντως δύσκολο να γίνεις Διάκος, όχι όμως όταν είσαι Αυξεντίου.

www.IMKBY.gr                                  Ἱστορικά Σημειώματα