![]() |
![]() ![]() |
|
Για την Πίστη και την Πατρίδα Τον Μάρτιο του 1821 η Ελλάδα είχε απ’ άκρο εις άκρο ξεσηκωθεί, Με το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος», οι σκλάβοι πήραν τα άρματα και άρχισαν τον αγώνα. Ωστόσο, η Επανάσταση είχε ήδη ξεκινήσει από τον Φεβρουάριο στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η κίνηση του Υψηλάντη είχε θορυβήσει τους Τούρκους, οι οποίοι απάντησαν, κατά την προσφιλή τους μέθοδο, με σφαγές Ελλήνων ακόμα και στην Πόλη. Η στιγμή ήταν κρίσιμη για τον Ελληνισμό και μόνο ένας άνθρωπος βρέθηκε να σηκώσει στους ώμους του το βάρος, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’. Τα πρώτα του χρόνια Ο Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Αρκαδίας το 1746. Καταγόταν από φτωχή οικογένεια, αλλά είχε έμφυτη κλίση στα γράμματα. Οι πρώτοι του δάσκαλοι ήταν οι μοναχοί της γειτονικής Ιεράς Μονής Φιλοσόφου. Σε Ηλικία 10 μόλις ετών, ΟΙ γονείς του τον έστειλαν στην Αθήνα, όπου παρέμεινε για δύο Χρόνια και κατόπιν ένας θείος του τον πήρε μαζί του στην Σμύρνη, στον ναό όπου ήταν νεωκόρος και τον βοήθησε να φοιτήσει στο εκεί ελληνικό Γυμνάσιο, επί πέντε έτη. Μετά τις σπουδές του, ο νεαρός Γεώργιος εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Γρηγόριος. Φοίτησε κατόπιν στη θεολογική Σχολή της Πάτμου. Μετά το πέρας των σπουδών του, επέστρεψε στην Σμύρνη και έπειτα από την ανάρρηση του μητροπολίτου Σμύρνης Προκοπίου στον Οικουμενικό Θρόνο, ο Γρηγόριος εξελέγη στη θέση του μητροπολίτης Σμύρνης, το 1785. Το 1797, ο Προκόπιος κοιμήθηκε και ο σουλτάνος όρισε διάδοχό του τον Γρηγόριο, ωστόσο, σύντομα τον εκθρόνισε και το 1798 ο Γρηγόριος κατέφυγε στη Μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος. Ο λόγος της εκθρόνισης του ήταν ότι συνέβαλε τα μέγιστα στη συγκρότηση του πρώτου ελεύθερου ελληνικού κράτους από το 1453, της Ιονίου Πολιτείας, χάρη στην επιρροή του στην τσαρική αυλή. Το 18Ο6, οι Τούρκοι τον ανακάλεσαν στον θρόνο του, μέχρι το 1808, οπότε και τον εκθρόνισαν για δεύτερη φορά, μέχρι το 1818, όταν και τον επανέφεραν για τρίτη και τελευταία φορά στον Οικουμενικό Θρόνο της Βασιλίδος των Πόλεων. Και η δεύτερη εκθρόνιση του Γρηγορίου ήταν προϊόν της πατριωτικής του δράσης. Από τότε άρχισε το δράμα του μεγάλου Έλληνα ιεράρχη, το οποίο έμελλε να κορυφωθεί τον Απρίλιο του 1821. Στον δρόμο του μαρτυρίου Ο Γρηγόριος ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Φιλικές Εταιρείας, στην οποία εντάχθηκε το 1818. Γνώριζε λοιπόν εκ των έσω, τόσο τον επαναστατικό αναβρασμό του γένους, όσο και τις δυσκολίες της πρακτικής μετουσίωσής του σε επιτυχές επαναστατικό κίνημα. Έχοντας σχέσεις στενές με τη Ρωσία, γνώριζε επίσης ότι ήταν ουτοπικό να αναμένουν οι Έλληνες τη ρωσική βοήθεια, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Το ξέσπασμα της επανάστασης του Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία προβλημάτισε τον Πατριάρχη, ειδικά όταν, μέσω των επαφών του με τους Ρώσους, δεν αφέθηκε ούτε η παραμικρή ελπίδα ενίσχυσης του αγώνα. Η κήρυξη της επανάστασης του Υψηλάντη, όμως, προκάλεσε και την έκρηξη της οργής των Τούρκων. Όπως πάντα, «αυθόρμητα» ο τουρκικός όχλος βγήκε στους δρόμους και άρχισε να σφάζει Έλληνες, να καίει και να λεηλατεί τις περιουσίες, να ατιμάζει. Στην Πόλη το πέπλο του θανάτου απλώθηκε επίσης βαρύ. Οι όχλοι, αφού σκότωσαν όσους Έλληνες βρήκαν στο διάβα τους, έφτασαν μπροστά στο Φανάρι, έτοιμοι να εισβάλουν στο Πατριαρχείο και να σφάξουν όσους βρίσκονταν ή είχαν από φόβο καταφύγει εκεί - ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα. Ο Γρηγόριος, πάντως, κράτησε την ψυχραιμία του και για να κατευνάσει τον σουλτάνο έστειλε επτά μητροπολίτες ως ομήρους στους Τούρκους και παράλληλα πήγε ο ίδιος και συνάντησε τον σεϊχουλισλάμη -τον αρχιμουφτή, θα λέγαμε, της Πόλης- προσπαθώντας να τον πείσει ότι το κίνημα του Υψηλάντη ήταν κάτι το μεμονωμένο. Ο σεϊχουλισλάμης δέχτηκε εγκάρδια τον Γρηγόριο και συμφώνησε να μεσολαβήσει στον σουλτάνο υπό έναν όρο. Ο Πατριάρχης έπρεπε επίσημα να αποκηρύξει το κίνημα του Υψηλάντη. Ο ταλαίπωρος Πατριάρχης, έχοντας ως δεύτερη επιλογή την άγρια σφαγή όλων των Ελλήνων στην Πόλη και στην Ιωνία, δεν μπορούσε παρά να υποχωρήσει στο αίτημα αυτό του μόνου Τούρκου που ήταν πρόθυμος να βοηθήσει. Αντίθετα με τα όσα υποστηρίζονται από ορισμένες μερίδες σήμερα, ο Γρηγόριος δεν αποκήρυξε το κίνημα και αφόρισε τον Υψηλάντη για να σώσει «το κεφάλι Του», όπως αφήνει να εννοηθεί ο Κορδάτος, για παράδειγμα, ούτε ήταν προδότης του έθνους, όπως διατείνονται ορισμένοι νεοπαγανιστικοί και αντιχριστιανικοί κύκλοι. Ως πραγματικός ηγέτης, ζύγισε τα πράγματα. Από τη μία έβαλε τα πιστεύω του και από την άλλη το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων αθώων. Μοιραία, το δεύτερο βάρυνε περισσότερο. Δέχτηκε την πρόταση του σεϊχουλισλάμη και προχώρησε στην αποκήρυξη του κινήματος του Υψηλάντη. Το πόσο όμως βάραινε η κίνηση αυτή, το μαρτυρά ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο οποίος έγραφε προς τους αγωνιστές: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας, στέλνει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθείτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρείται αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου». Όσον αφορά στο επιχείρημα περί της απόπειρας του Πατριάρχη να γλιτώσει το κεφάλι του, που προβάλλει η ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία, προφανώς εμπνεόμενη από ίδια βιώματα, είναι το πλέον αναληθές, αφού ο Γρηγόριος είχε την ευκαιρία να φύγει, αλλά έμεινε εκεί γιατί έπρεπε και πέθανε μαρτυρικά εκεί γιατί έπρεπε. Ο ίδιος είπε άλλωστε σε αυτούς που τον προέτρεπαν να φύγει: «Με προτρέπετε να φύγω, αλλά τότε μάχαιρα θα διέλθει τους δρόμους της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των Χριστιανικών επαρχιών. Επιθυμείτε, όπως εγώ μεταμφιεσμένος καταφύγω σε πλοίο ή κλειστώ στην οικία οιουδήποτε καλοπροέραιτου προς εμάς πρεσβευτή, να ακούω δε από εκεί πως οι δήμιοι κατακρεουργούν τον χηρεύσαντα λαό. Όχι. Εγώ για τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, όχι για το πώς θα απολέσω τούτο διά της χειρός των γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλύτερη ωφέλεια παρά η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες δεν θα κοιτάζουν αδιάφορα το πως η πίστη τους χλευάζεται στο πρόσωπό μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχονται με μεγαλύτερη μανία, η οποία συχνά δίδει και τη νίκη. Είμαι πεπεισμένος για αυτό. Να αντιμετωπίσετε με υπομονή ότι και αν μου συμβεί. Ναι ας μη γίνω χλεύη των ζωντανών. Δεν θα ανεχθώ, στους δρόμους της Οδησσού, της Κέρκυρας ή της Αγκώνας να διέρχομαι και να με δείχνουν με το δάκτυλο λέγοντες, να ο φονιάς ο Πατριάρχης. Αν το έθνος μου σωθεί και θριαμβεύσει, τότε πιστεύω ότι θα με τιμήσει διότι εκπλήρωσα το χρέος μου... Υπάγω όπου με καλεί ο νους μου, ο μέγας κλήρος του έθνους και ο Πατήρ ο ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων». Μετά τη συμφωνία του με τον σεϊχουλισλάμη, ο τελευταίος πήγε στον σουλτάνο και του ζήτησε να διατάξει, εν’ ονόματι του προφήτη, να σταματήσει η σφαγή των Ελλήνων. Ο σουλτάνος Μαχμούτ, όμως, αντί άλλης απάντησης, τον καθαίρεσε και σε λίγο τον δολοφόνησε. Η δολοφονία του σεϊχουλισλάμη έδωσε το έναυσμα στον τουρκικό όχλο να επιδοθεί σ ένα νέο όργιο αίματος. Ακόμα και οι τάφοι των Ελλήνων ανοίχτηκαν και τα οστά των νεκρών σκορπίστηκαν στους δρόμους. Στο μεταξύ, όταν έγινε γνωστό, ότι η επανάσταση είχε απλωθεί και στην Πελοπόννησο, οι σφαγές εντάθηκαν. Ο Γρηγόριος τότε ήρθε σε επαφή με τους πρέσβεις των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Πόλη, εκλιπαρώντας τους να πιέσουν τον σουλτάνο να σταματήσει τις σφαγές. Με εξαίρεση τον Ρώσο πρέσβη Στρογκονόφ -ο οποίος ανήκε στον κύκλο του Γρηγορίου και παρά τις τσαρικές εντολές, απαίτησε τη διακοπή των σφαγών- οι υπόλοιποι δεν επέδωσαν παρά μια χλιαρή διαμαρτυρία στον σουλτάνο, ο οποίος και την αγνόησε. Ο Γρηγόριος, ύστερα από αυτό, κατάλαβε ότι έφταναν οι τελευταίες του ώρες. Η τελευταία Πασχαλιά Την Κυριακή των Βαΐων, 3 Απριλίου 1821, ο Γρηγόριος, μαζί με όσους Έλληνες είχαν το κουράγιο να βγουν από τα σπίτια τους, τέλεσε μεγαλόπρεπη και κατανυκτική λειτουργία στον πατριαρχικό ναό του Αγ. Γεωργίου στο Φανάρι. Μετά το πέρας της λειτουργίας και πάλι προτάθηκε στον Γρηγόριο να φύγει. Του είπαν πως ρωσικά Πλοία τον περίμεναν στον Βόσπορο έτοιμα να αποπλεύσουν για την Οδησσό. Και πάλι ο Πατριάρχης αρνήθηκε κατηγορηματικά. Στο γεύμα όμως που παρέθεσε είπε προφητικά: «Σήμερα είναι των Βαΐων και θα καταλύσουμε ψάρια, σύμφωνα με το έθιμο της Πίστης μας. Κανείς μας όμως δεν ξέρει αν σε λίγες μέρες τα ψάρια δεν θα φάνε εμάς». Ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα ο Πατριάρχης λειτουργούσε με θέρμη και προετοιμαζόταν για το τέλος που γνώριζε ότι ήταν κοντά. Οι Τούρκοι άφησαν να περάσουν οι μέρες, αλλά το βράδυ της Αναστάσεως 5.000 οπλισμένοι Τούρκοι παρατάχτηκαν μπροστά από το Πατριαρχείο. Μέσα, ο Γρηγόριος ιερουργούσε για τελευταία φορά και έψαλε το «Χριστός Ανέστη». Και αυτή τη φορά η ευχή πραγματοποιήθηκε και η Πατρίδα τελικά ελευθερώθηκε. Γύρω στα χαράματα περατώθηκε η αναστάσιμη ακολουθία. Ο Πατριάρχης ανέβηκε στο δωμάτιό του και αναπαύτηκε για λίγο. Γύρω στις 10 το πρωί, ειδοποιήθηκε ότι τον ζητούσαν οι Τούρκοι. Κατέβηκε στη μεγάλη αίθουσα που ήταν γεμάτη με Τούρκους. Ανάμεσά τους ξεχώρισε τον αρχιδήμιο του σουλτάνου. Κατάλαβε. Χωρίς να διστάσει κινήθηκε προς τους συγκεντρωμένους. Τότε ο δραγουμάνος της πύλης διάβασε το σουλτανικό φιρμάνι: «Επειδή ο Πατριάρχης Γρηγόριος φάνηκε ανάξιος του θρόνου, αχάριστος, άπιστος προς την πύλη και ραδιούργος κηρύσσεται έκπτωτος της θέσης του». Αμέσως οι Τούρκοι οδήγησαν τον γέροντα Πατριάρχη έξω από το Πατριαρχείο και τον πήγαν στα σουλτανικά μπουντρούμια. Σε λίγο όμως, δεμένο πισθάγκωνα, τον πήραν από τις φυλακές και τον οδήγησαν και πάλι στο Πατριαρχείο. Όταν η κουστωδία, με τον τουρκικό όχλο να μαίνεται, να λοιδορεί και να τρομοκρατεί, έφτασε στην πλατεία του Φαναρίου, συνήθη τόπο των δημοσίων εκτελέσεων, ο Γρηγόριος γονάτισε και έκλινε την κεφαλή, περιμένοντας το χτύπημα από το σπαθί του δημίου. Εκείνος όμως τον κλότσησε δυνατά και του φώναξε: «Περπάτα. Δεν φτάσαμε ακόμα». Με όσο κουράγιο του απέμενε, ο γέροντας σηκώθηκε και βάδισε με αξιοπρέπεια προς το μαρτύριο, αγόγγυστα, χωρίς να πει λέξη. Έφτασαν στις πύλες του Πατριαρχείου και αμέσως άρχιζαν να κατασκευάζουν την αγχόνη. Στο διάστημα της μιας περίπου ώρας που κράτησε η διαδικασία αυτή, και ενώ ο όχλος ούρλιαζε μανιασμένα, ο Γρηγόριος στεκόταν όρθιος, ακίνητος, με το κεφάλι ελαφρά γερμένο και με τα χείλη να ψελλίζουν τη νεκρώσιμο ακολουθία. Όταν η αγχόνη ετοιμάστηκε, οι Τούρκοι πέρασαν τη θηλιά στον Γρηγόριο και σε λίγο όλα είχαν τελειώσει. Οι «φωτοδότες» όμως του πολιτισμού, Τούρκοι, δεν αρκέστηκαν στο έγκλημα αυτό. Χιλιάδες από αυτούς περνούσαν μπροστά από το σεπτό λείψανα, πετούσαν πέτρες και το χλεύαζαν. Οι δήμιοι πέρασαν στον λαιμό του Πατριάρχη και μια Πινακίδα που έγραφε: «Επειδή χρέος των ανωτέρων και των αρχηγών, κάθε έθνους, είναι να επαγρυπνεί νυχθημερόν, επιτηρώντας τα πρόσωπα που του εμπιστεύτηκαν και να ενημερώνει την περί πασών των πράξεων αυτών και να αναφέρει εις την κυβέρνηση πάντα τα μεταξύ αυτών αποκαλυπτόμενα εγκλήματα … ο άπιστος Έλληνας Πατριάρχης, ο οποίος όμως έδωκε προηγουμένως τοσαύτα αφοσιώσεως δείγματα, δεν μπόρεσε να μη συμμετάσχει και σε αυτή τη στιγμή στην επανάσταση του έθνους του, την οποία επιχειρούν διεφθαρμένοι άνθρωποι, παρασυρμένοι από ιδέες χιμαιρικές. Χρέος δε του Πατριάρχη ήταν, όπως διδάξει τους αμαθείς, ότι πρόκειται για επιχείρηση μάταια, η οποία ποτέ δεν θα μπορούσε να επιτύχει, επειδή τα κακά σχέδια ουδέποτε θριάμβευσαν κατά της μωαμεθανικής ισχύος και θρησκείας. Εντούτοις, ένεκα της διαφθοράς της καρδίας αυτού όχι μόνο δεν γνωστοποίησε, ούτε τιμώρησε τους απλούς ανθρώπους, που πλανήθηκαν από τους επαναστάτες, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετείχε κρυφά ως αρχηγός της επαναστάσεως, ώστε αναποφεύκτως όλο το Ελληνικό θέλει καταστραφεί, ίσως εκ θεμελίων, και καταστεί το αντικείμενο της οργής του Θεού…Εξεδόθη την 19 του μηνός Ρετζέπ, έτος 1230 (ΙΘ Απριλίου 1821)», Με εντολή του σουλτάνου, η σορός του Πατριάρχη παρέμεινε στην αγχόνη μέχρι την Τρίτη του Πάσχα, οπότε και παραδόθηκε στους όχλους. Αυτοί, αφού έδεσαν μια πέτρα στο λείψανο, το έριξαν στον Βόσπορο. Το ίδιο βράδυ, όμως, ένας Σλοβένος πλοίαρχος είδε το λείψανο να επιπλέει και ειδοποίησε έναν Κεφαλλονίτη καπετάνιο, τον Παναγιώτη Σκλάβο, του οποίου το πλοίο ήταν αγκυροβολημένο κοντά, Ο Σκλάβος και οι ναύτες του ανέβασαν το σκήνωμα στο πλοίο και με τη βοήθεια του πρωτοσύγκελου Σωφρονίου, αναγνώρισαν τον νεκρό και μαζί με το σκήνωμα απέπλευσαν για την Οδησσό. Εκεί τελέστηκε επίσημα η νεκρώσιμη ακολουθία, παρουσία αντιπροσώπου του τσάρου. Τα επακόλουθα Ο Γρηγόριος, μετά θάνατον έστω, επαληθεύτηκε πλήρως. Όπως είχε προβλέψει, ο θάνατός του βοήθησε περισσότερο την εθνική υπόθεση, Ο τσάρος, ο οποίος εμφανιζόταν ως προστάτης των ορθοδόξων, δεν μπορούσε να αφήσει μια τέτοια πρόκληση να πέσει στο κενό. Ακόμα και οι λοιπές όμως -μη ορθόδοξες, αλλά Χριστιανικές- χώρες της Δύσης καταθορυβηθήκαν από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη. Δεν Θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ αποτέλεσε το χρονικό μεταίχμιο έναρξης του φιλελληνικού κινήματος που αναπτύχθηκε τόσο στην Ευρώπη και βοήθησε πολύ την εθνική υπόθεση. Η εκούσια θυσία του Πατριάρχη Γρηγορίου άνοιξε τον δρόμο για την Ελευθερία της Πατρίδας και όποιος το αμφισβητεί αυτό δρα εκ του Πονηρού.
|