ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ, ΒΥΡΩΝΟΣ και ΥΜΗΤΤΟΥ

Νεανική Συντροφιά

 

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΩΜΟΣ
ΚΑΙ Η ΜΟΔΑ ΤΩΝ ΠΑΠΟΥΤΣΙΩΝ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

Ἀντιόχεια. Ἡ πολυάνθρωπη καί πλούσια πόλις τῆς Συρίας. Μιά μεγαλούπολις μέ ἐπιβλητικά δημόσια κτίρια, καλοκτισμένα καί εὐρύχωρα ἀρχοντικά, πλούσια καί γεμάτα καταστήματα μέ ὅλα τά ἀγαθά ἐν ἀφθονία. Ροῦχα καί παπούτσια τῆς μόδας. Ἡ μόδα τό 390 μ. Χ. ἦταν οἱ νέοι νά φοροῦν δερμάτινα παπούτσια κεντημένα μέ χρωματιστές μεταξωτές κλωστές. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἕνεκα τῆς μόδας συνέβαιναν καί ὑπερβολές.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως δέν ἄφησε τό γεγονός ἀπαρατήρητον. Σέ μιά ὁμιλία του ἀσχολήθηκε μέ τό θέμα τῆς μόδας καί εἶπε πολύ ὡραῖα χρυσοστομικά σχόλια. Κι ἄν θέλετε νά μάθετε, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡμιλοῦσε στήν Ἀντιοχεία δύο φορές τήν ἑβδομάδα Κυριακή καί Παρασκευή, τίς Τεσσαρακοστές καί τίς Διακαινησίμους καθημερινῶς καί ἔτρεχαν οἱ νέοι νά τόν ἀκούσουν πρῶτοι καί καλύτεροι. Τόν ἀγαποῦ-σαν καί τούς ἀγαποῦσε.

Ἐγώ λοιπόν πού διάβασα τό λόγο τοῦ Ἁγίου Πατέρα ἐδιάλεξα μερικά χαρακτηριστικά ἀπό τήν ὁμιλία του γιά νά σᾶς τά μεταφέρω. Μή περιμένετε ἐδῶ νά τά γράψω ὅλα. Ἀνοῖξτε καί σεῖς κανένα βιβλίο.

Πρῶτον ὁ Ἅγιος διαμαρτύρεται γιά τήν νέα μόδα καί ἐπισημαίνει, ὅτι παλαιότερα δέν συνέβαιναν τέτοια πράγματα. Νά φοροῦν τά ἀγόρια κεντημένα παπούτσια. Εἶπε: «Βάσει αὐτῶν (τῆς μόδας δηλαδή) ἐγώ τουλάχιστον περιμένω, ὅτι μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου οἱ νέοι μας θά φορέσουν καί γυναικεῖα ὑποδήματα καί δέν θά ἐντρέπωνται καθόλου». Τά βάζει καί μέ τούς γονεῖς λέγων: «Καί τό πιό φοβερό εἶναι ὅτι οἱ πατέρες ἄν καί τά βλέπουν αὐτά, ὅμως δέν ἀγανακτοῦν, ἀλλά καί θεωροῦν τό πρᾶγμα ὡς τελείως ἀδιάφορον». Ἀπευθυνόμενος πρός ὅλους παρατηρεῖ: «Πράγματι λοιπόν, ὅταν τά μεταξωτά νήματα, πού δέν πρέπει οὔτε εἰς τά ἐνδύματα νά ὑφαίνωνται, τά προσράπτετε ἐπάνω εἰς τά ὑποδήματα, πόσου ἐμπαιγμοῦ καί πόσου γέλωτος δέν εἶναι ἄξια αὐτά; Ποιᾶς συγχωρήσεως λοιπόν θά ἠμποροῦσες νά τύχῃς, ὅταν ὀ Παῦλος δέν ἐπιτρέπει οὔτε εἰς τήν σύζυγον νά φορῇ πολυτελῆ ἐνδύματα (Α’ Τιμόθεον β’ 9), σύ χρησιμοποιῆς τήν ἀνοησίαν αὐτήν (τήν μόδα δηλαδή) καί εἰς τά ὑποδήματα καί κάνεις τόσα πολλά διά τήν ἀλαζονικήν αὐτήν πρᾶξιν πού εἶναι ἀξία γέλωτος;»

Καί συνεχίζει λαῦρος: «Τί λοιπόν θά ἠμποροῦσε νά θεωρηθῆ χειρότερον ἀπό αὐτήν τήν ἀκοσμίαν; Τί χειρότερον ἀπό αὐτήν τήν γελιότητα; Καθ᾽ ὅσον αὐτό τό πρᾶγμα ( ἡ μόδα δηλαδή) πηγάζει ἀπό ψυχήν θυληπρεπῆ, σκληράν, ὠμήν, περίεργον καί ματαιόπονον. Καθ᾽ ὅσον αὐτός πού σπαταλᾶ τόν χρόνον του εἰς τήν ποιότητα τῶν νημάτων, τήν λαμπρότητα τῶν χρωμάτων καί εἰς τά σχέδια πού γίνονται μέ τά ὑφάσματα, πότε θά ἠμπορέσῃ νά ὑψώσῃ τά μάτια του πρός τόν οὐρανόν; ... Καί ὁ νέος πού ἔλαβε τήν ἐντολήν νά φιλοσοφῇ τά οὐράνια πράγματα περνᾷ τόν καιρόν του προσηλωμένος εἰς τήν γῆν, καί πολύ περισσότερον καυχᾶται δι᾽ αὐτά (γιά τό ὅτι φορᾶ παπούτσια τῆς μόδας), παρά ἐάν εἶχε κάποιο μεγάλο κατόρθωμα, καί περιφερόμενος ἐπιδεικτικά εἰς τήν ἀγοράν δημιουργεῖ εἰς τόν ἑαυτόν του περιττάς λύπας καί στεναχωρίας, προσπαθών νά μή τά λερώσῃ μέ τήν λάσπην, ὅταν εἶναι χειμών, ἤ νά μή γεμίσουν σκόνην, ὅταν εἶναι καλοκαίρι. Τί λέγεις ἄνθρωπέ μου; ... Ἐάν λοιπόν δέν τό ἀνέχεσαι αὐτό, (νά λερώσῃς δηλαδή τά παπούτσιά σου), πάρε τα καί κρέμασέ τα εἰς τόν λαιμόν σου ἤ βάλε τα ἐπάνω εἰς τό κεφάλι σου». Φαίνεται, ὅτι ὁ Ἅγιος εἶχε ἀγανακτήσει μέ τά καμώματα τῶν νεαρῶν τῆς μητροπόλεώς του.

Γιά τούς μπελάδες πού βάζει στά κεφάλια τῶν γονιῶν ἀλλά καί τῶν νεαρῶν ἡ μόδα εἶπε: «Αὐτός πού ἔχει κυριευθῆ ἀπό μανίαν δι᾽ αὐτά (δηλαδή τήν μόδα στά ροῦχα καί στά παπούτσια) καί ἔχει συνηθίσει νά φροντίζῃ δι᾽ αὐτά χρειάζεται καί διά τά ἐνδύματά του καί δι᾽ ὅλα τά ἄλλα, μεγάλα ἔξοδα καί κατά συνέπειαν πολλά ἔσοδα. Κι ἄν τύχῃ νά ἔχει γενναιόδωρον πατέρα, γίνεται περισσότερον αἰχμάλωτος εἰς αὐτά, αὐξάνων τήν παράλογον αὐτήν ἐπιθυμίαν του, ἐάν ὅμως ἔχει φειδωλόν (τσιγκούνην) πατέρα τότε ἀναγκάζεται νά κάνῃ ἀπρεπεῖς πράξεις, ὥστε νά ἀποκτήσῃ χρήματα διά τάς δαπάνας αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ πολλοί ἀπό τούς νέους καί τά νιᾶτα των ἐπώλησαν καί ἔγιναν παράσιτα τῶν πλουσίων καί ἄλλας δουλοπρεπεῖς ἐργασίας ὑπέμειναν μέ ἀποκλειστικόν ἀντάλλαγμα τήν ἱκανοποίησιν τῶν ἐπιθυμιῶν αὐτοῦ τοῦ εἴδους».

Τελικά φίλοι καί φίλες ὄχι νά καταντήσουμε καί παράσιτα γιά τήν μόδα. Νά στενοχωριόμαστε καί νά βασανίζουμε καί τούς γονιούς μας γιά μιά ματαιοδοξία καί ἀνοησία. Πρέπει νά ἔχουμε ἄποψι καί χαρακτήρα γι᾽ αὐτά. Ἔτσι.

Ἐκ τῆς μθ’ (49ης) Ὁμιλίας του εἰς τό Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον. Ε.Π.Ε. τ. 2 παρ. 4, 5. σελ. 321-335.