ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ,
ΒΥΡΩΝΟΣ και ΥΜΗΤΤΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

T A   B I O M A T I K A   M A Σ

῾Η ᾿Ασθένεια

   ῾Η ἀσθένεια μὲ τοὺς πόνους ποὺ τὴν συνοδεύουν θέτει ἕνα πρόβλημα στοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. Γι᾿ αὐτὸ ἐναγωνίως ἀναζήτησαν τὴν αἰτία της, τὴν σημασία της καὶ τοὺς τρόπους ὑπερβάσεώς της καὶ ἔδωσαν ἀναλόγως διάφορες ἀπαντήσεις.

῎Αλλοτε ἐξήγησαν ὅτι ἡ ταλαιπωρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὶς ἀσθένειες ὀφείλετο σὲ πονηρὲς καὶ κακοποιὲς δυνάμεις, τὶς ὁποῖες ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἐξευμενίσουν μὲ προσφορὲς καὶ θυσίες γιὰ νὰ ἐξορκίσουν τὸ κακό, νὰ ἀπομακρύνουν τὸ κακὸ ἀπὸ τὴν ζωή τους. Εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς μαγείας.

῎Αλλοτε ὑποστήριξαν ὅτι τὰ αἴτια τῶν ἀσθενειῶν ἐξηγοῦνται ἐπιστημονικὰ καὶ ἑπομένως ἡ ἴασις καὶ ἡ θεραπεία εἶναι θέμα τῆς ἐπιστήμης καὶ μόνο. Εἶναι ἡ ἀντίληψις τῶν φυσιοκρατῶν καὶ ὀρθολογιστῶν.

Οἱ δύο αὐτὲς θεωρίες δὲν ἀπαντοῦν πλήρως στὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀσθένειας, τὴν σημασία της καὶ πῶς ἐπιτυγχάνεται ἡ θεραπεία.

῾Η ῾Αγία Γραφή, χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ ὅλες αὐτὲς τὶς ἑρμηνεῖες καὶ θεωρήσεις, στρέφει τὴν προσοχή της στὴν σημασία τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς θεραπείας στὰ πλαίσια τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀσθένεια ἐκδηλώνεται ἡ τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ θανάτου ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο.

῾Ωστόσο ἐνῶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ φωτίζει ἀρκετὰ τὸ θέμα, ἐν τούτοις δὲν ἀπαντᾶ σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ μάλιστα ὅταν εἶναι προσωπικά. Συμβουλεύει καὶ ὑποδεικνύει στὸν πιστὸ νὰ συμπαρίσταται στὸν ἀσθενῆ καὶ νὰ ὑπομένει μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ τὴν δοκιμασία τῆς ἀσθένειάς του.

Τὸ κορυφαῖο ἐρώτημα μπροστὰ στὸ ὁποῖο συντρίβεται ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ εἶναι τοῦτο. Πῶς μέσα σ᾿ ἕνα κόσμο, ὅπου ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει ὅλη αὐτὴ τὴν δυστυχία, ποὺ πλήττει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι, τὴν ἐξευτελίζει καὶ τελικὰ τὴν ἐξουθενώνει ὁδηγώντας την στὸν θάνατο.

᾿Εκτὸς ἀπὸ μερικὲς ἄλλες ἀπαντήσεις ποὺ συναντᾶμε μελετώντας τὴν ῾Αγία Γραφή, καὶ θὰ ἀναφέρουμε ὡρισμένες ἀπὸ αὐτές, κατὰ τὴν διαπραγμάτευσι τοῦ θέματός μας, κορυφαία παραμένει ἡ ὁμολογία· «῏Ω βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ! τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου; ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο; ἢ τίς προέδωκεν αὐτῷ, καὶ ἀνταποδοθήσεται αὐτῷ; ὅτι ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα. αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν». Δηλαδή· Πόσο ἀπέραντος εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ! Πόσο ἀνεξερεύνητες εἶναι οἱ ἀποφάσεις Του καὶ ἀνεξιχνίαστα τὰ σχέδια Του! Ποιός γνώρισε τὴν σκέψι τοῦ Κυρίου; Ποιός μπόρεσε νὰ γίνει σύμβουλός Του; ῍Η ποιός τοῦ ἔδωσε πρῶτος κάτι καὶ μπορεῖ ν᾿ ἀπαιτήσει ἀνταπόδοσι; ῞Ολα ὑπάρχουν ἀπὸ αὐτὸν καὶ μέσῳ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔχουν σκοπό τους. ῍Ας εἶναι δοξασμένος στοὺς αἰῶνες! ᾿Αμήν.

Τὸ νόημα τῶν λόγων αὐτῶν εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ γνωρίσει τὰ ὅριά του, ὡς δημιούργημα δηλαδὴ ὅτι εἶναι ὕπαρξις μὲ περιωρισμένες δυνατότητες σὲ σχέσι μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ῾Οποῖο πρέπει νὰ προσβλέπει μὲ ἐμπιστοσύνη.

῾Η ῾Αγία Γραφὴ ἀναφέρει καὶ περιγράφει τὶς παρεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. ῾Ο Θεὸς παρεμβαίνει μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σημαίνει ὅτι ἔρχεται νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ὑπερβοῦν τὶς συνέπειες τῆς ὑποταγῆς τους στοὺς νόμους τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὸν πατρικὸ οἶκο. ῾Ο Λυτρωτὴς Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὸν χρόνο καὶ κατὰ τὴν δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου φανερώνει τὸ σχέδιό Του καὶ τὴν σοφία Του. ῎Ετσι ἡ θεία ἀποκάλυψις φωτίζει καὶ τὰ δύο θέματα ποὺ μελετᾶμε, τὴν ἀσθένεια καὶ τὴν θεραπεία.

1. ῾Η ἀσθένεια εἶναι κατάστασις ἀδυναμίας

῾Η ἀσθένεια θεωρεῖται ὡς κατάστασις ἀδυναμίας καὶ ἐξουθενώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ περιγράφεται παραστατικὰ σὲ ἕνα ψαλμικὸ στίχο «Κύριε, ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ». Δηλαδή· Κύριε, ἡ καρδιά μου ταράχθηκε. Οἱ σωματικές μου δυνάμεις μὲ ἐγκατέλειψαν, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου δὲν ὑπάρχει πλέον, σβύνει.

Σὲ αὐτὴ τὴν ὁμολογία ἐκφράζεται ἡ ὑπαρξιακὴ ὀδύνη τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τὸν συντρίβει ἡ ἀσθένεια.

2. ῎Αμεσο πλῆγμα τοῦ Θεοῦ

Σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις ἡ ἀσθένεια θεωρεῖται ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα πλῆγμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. ᾿Ιδοὺ αὐτές·

* ῞Οταν ὁ Θεὸς κάλεσε τὸν Μωυσῆ καὶ τοῦ ἀνάθεσε νὰ ἐλευθερώσει τοὺς ῾Εβραίους ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν Αἰγυπτίων, γιὰ νὰ πείσει τὸν Μωυσῆ, πραγματοποίησε διάφορα σημεῖα, γεγονότα θαυμαστά, μὲ τὰ ὁποῖα τοῦ εἶπε ὅτι μὲ αὐτὰ θὰ πείσει καὶ ὁ ἴδιος τοὺς συμπατριῶτες του καὶ θὰ τοὺς ἀποδείξει ὅτι φανερώθηκε ὁ Θεὸς σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐντολή. ῞Ενα ἀπὸ αὐτὰ τὰ θαύματα ἦταν καὶ αὐτό· «Εἶπε δὲ αὐτῷ Κύριος πάλιν· εἰσένεγκον τὴν χεῖρά σου εἰς τὸν κόλπον σου. καὶ εἰσήνεγκε τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς τὸν κόλπον αὐτοῦ· καὶ ἐξήνεγκε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐκ τοῦ κόλπου αὐτοῦ, καὶ ἐγενήθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὡσεὶ χιών. καὶ εἶπε πάλιν· εἰσένεγκον τὴν χεῖρά σου εἰς τὸν κόλπον σου. καὶ εἰσήνεγκε τὴν χεῖρα εἰς τὸν κόλπον αὐτοῦ· καὶ ἐξήνεγκεν αὐτὴν ἐκ τοῦ κόλπου αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἀποκατέστη εἰς τὴν χρόαν τῆς σαρκὸς αὐτῆς». Δηλαδή· Εἶπε δὲ πάλι ὁ Θεὸς στὸν Μωυσῆ· Βάλε τὸ χέρι σου στὸν κόρφο σου. ῎Εβαλε πράγματι ἐκεῖνος τὸ χέρι του στὸν κόρφο του καὶ μόλις τὸ ἔβγαλε ἀπὸ τὸν κόρφο του, ἔγινε λεπρό, ὁλόλευκο σὰν χιόνι. Τοῦ εἶπε πάλι ὁ Θεός· Βάλε τὸ χέρι σου στὸν κόρφο σου. Καὶ ἔβαλε τὸ χέρι του στὸν κόρφο του καὶ μόλις τὸ τράβηξε ἔξω ἀπὸ ἐκεῖ, τὸ χέρι του ἐπανῆλθε στὴν φυσική του κατάστασι καὶ πῆρε τὸ χρῶμα τοῦ ὑπόλοιπου σώματός του.

῾Ο Θεὸς παρεμβαίνει καὶ πείθει τὸν Μωυσῆ δίδοντάς του μία ἀσθένεια καὶ ἐν συνεχείᾳ θεραπεύοντάς τον ἀπ᾿ αὐτή. Μὲ αὐτὴ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖται στὴν ἰδέα ὅτι ἡ ζωή του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Θεό.

* Στὸν δεύτερο κύκλο τῶν συζητήσεων τοῦ ᾿Ιὼβ καὶ τῶν τριῶν φίλων αὐτοῦ (᾿Ελιφάζ, Βαλδὰδ καὶ Σωφάρ) μὲ θέμα τήν ἐρώτησι «γιατί ὑποφέρει καὶ δυστυχεῖ ὁ δίκαιος ἄνθρωπος» ὁ ᾿Ιὼβ ἀπαντᾶ στὸν ᾿Ελιφὰζ λέγοντάς του ὅτι ὅλα ὅσα ὑποφέρει καὶ ἡ ἀσθένειά του εἶναι κτύπημα, πλῆγμα, ποὺ τοῦ προκάλεσε ὁ Θεός· «Εἰρηνεύοντα διεσκέδασέ με, λαβών με τῆς κόμης διέτιλε, κατέστησέ με ὥσπερ σκοπόν. ἐκύκλωσάν με λόγχαις βάλλοντες εἰς νεφρούς μου, οὐ φειδόμενοι ἐξέχεαν εἰς τὴν γῆν τὴν χολήν μου· κατέβαλόν με πτῶμα ἐπὶ πτώματι, ἔδραμον πρός με δυνάμενοι». Δηλαδή· ᾿Ενῶ περνοῦσα τὶς ἡμέρες μου εἰρηνικὰ καὶ ἤμουν εὐτυχής, μὲ διασκόρπισε ὁ Κύριος καί, ἀφοῦ μὲ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μαλλιὰ μὲ καταμάδησε καὶ μὲ ἔβαλε σκοπὸ καὶ σημάδι τῶν βλημάτων καὶ κτυπημάτων του. Μὲ περικύκλωσαν μὲ λόγχες, κτυπώντας τοὺς νεφρούς μου, χωρὶς κανένα οἶκτο ἔχυσαν στὴν γῆ τὴν χολή μου. Μὲ ἔρριξαν κάτω καὶ ἐπέφεραν καταστροφὴ ἐπάνω στὴν ἄλλη καταστροφή, ἔτρεξαν ἐπάνω μου δυνατοὶ καὶ ἰσχυροὶ αὐτοί, ἐνῶ ἐγὼ ἤμουν ἀδύνατος.

* ῾Ομοίως ὁ ᾿Ιὼβ καὶ στὴν ἀπαντησί του πρὸς τὸν Βαλδὰδ ἀποδίδει τὴν δυστυχία του καὶ ἰδιαίτερα τὴν ἀσθένειά του στὸν Θεὸ καὶ παρακαλεῖ καὶ τοὺς τρεῖς φίλους ἐπισκέπτες του λέγοντάς τους· «᾿Εν δέρματί μου ἐσάπησαν αἱ σάρκες μου, τὰ δὲ ὀστᾶ μου ἐν ὀδοῦσιν ἔχεται. ἐλεήσατέ με, ἐλεήσατέ με, ὦ φίλοι, χεὶρ γὰρ Κυρίου ἡ ἁψαμένη μού ἐστι. διατί με διώκετε ὥσπερ καὶ ὁ Κύριος; ἀπὸ δὲ σαρκῶν μου οὐκ ἐμπίπλασθε;». Δηλαδή· Μέσα στὸ δέρμα μου σάπησαν οἱ σάρκες μου, εἰς τρόπον ὥστε τὸ δέρμα κόλλησε στὰ ὀστᾶ μου, στὸ στόμα μου δὲ τὰ ὀστᾶ μου συνδέονται ἀμέσως μὲ τὰ δόντια μου, διότι καὶ αὐτὰ τὰ οὖλα μου ἀφανίσθηκαν. Λυπηθῆτε με, λυπηθῆτε με καὶ δεῖξτε συμπάθεια, ὦ φίλοι. Διότι τὸ παντοδύναμο χέρι τοῦ Κυρίου, αὐτὸ μὲ ἐγγίζει καὶ μὲ τιμωρεῖ. Γιατί μὲ καταδιώκετε καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ὁ Κύριος; δὲν χορταίνετε ἀπὸ τὶς σαπισμένες σάρκες μου, ἀλλὰ θέλετε νὰ καταπληγώνετε καὶ τὴν ψυχή μου;

Παρὰ ταῦτα στὸν ἴδιο λόγο του ὁ ᾿Ιὼβ ἀναφέρει ὅτι περιμένει νὰ τὸν λυτρώσει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ δεινά του καὶ νὰ τὸν θεραπεύσει ἀπὸ τὴν λέπρα· «Τίς γὰρ ἂν δοίη γραφῆναι τὰ ῥήματά μου, τεθῆναι δὲ αὐτὰ ἐν βιβλίῳ εἰς τὸν αἰῶνα; ἐν γραφείῳ σιδηρῷ καὶ μολίβῳ ἢ ἐν πέτραις ἐγγλυφῆναι; Οἶδα γὰρ ὅτι ἀένναός ἐστιν ὁ ἐκλύειν με μέλλων ἐπὶ γῆς, ἀναστήσει δὲ τὸ δέρμα μου τὸ ἀναντλοῦν ταῦτα· παρὰ γὰρ Κυρίου ταῦτά μοι συνετελέσθη, ἃ ἐγὼ ἐμαυτῷ συνεπίσταμαι, ἃ ὁ ὀφθαλμός μου ἑώρακε καὶ οὐκ ἄλλος, πάντα δέ μοι συντετέλεσται ἐν κόλπῳ. εἰ δὲ καὶ ἐρεῖτε· τί ἐροῦμεν ἔναντι αὐτοῦ; καὶ ῥίζαν λόγου εὑρήσομεν ἐν αὐτῷ· εὐλαβήθητε δὴ καὶ ὑμεῖς ἀπὸ ἐπικαλύμματος, θυμὸς γὰρ ἐπ᾿ ἀνόμους ἐπελεύσεται, καὶ τότε γνώσονται ποῦ ἐστιν αὐτῶν ἡ ὕλη». Δηλαδή· Ποιός τάχα θὰ βρεθεῖ νὰ γράψει τὰ λόγια μου αὐτά, νὰ τὰ θέσει μέσα σὲ βιβλίο καὶ νὰ διαφυλαχθοῦν ἐκεῖ αἰώνια; ῍Η μὲ γραφίδα σιδηρᾶ καὶ μολύβδινη νὰ γραφοῦν ἢ νὰ χαραχθοῦν σὲ πέτρες; Θέλω νὰ γραφοῦν, διότι ξέρω καλά, ὅτι εἶναι αἰώνιος ᾿Εκεῖνος, ποὺ πρόκειται νὰ μὲ ἐλευθερώσει στὴν γῆ ἀπὸ τὰ δεινὰ αὐτά, καὶ θὰ ἤθελα ὅλες οἱ γενεὲς νὰ μάθουν τὴν ἀπολυτρωσί μου αὐτή. Ξέρω ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ τὸ δέρμα μου, ποὺ τραβᾶ καὶ βαστάζει αὐτά, διότι θὰ συντελεσθεῖ ἡ ἀνάστασις αὐτὴ ἀπὸ τὸν Κύριο, τὸν μόνον δυνατό. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ γνωρίζω πολὺ καλά, μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδας ἔχω δεῖ, καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν τὰ εἶδε, ὅλα δὲ αὐτὰ γιὰ μένα ἔχουν συντελεσθεῖ διὰ τῆς ἐλπίδας, ἡ ὁποία τρέφεται στὰ βάθη τοῦ ἐσωτερικοῦ μου. ᾿Εὰν δὲ καὶ μὲ ὅλα ὅσα σᾶς εἶπα στηρίζοντας τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό, σεῖς πῆτε· Τί θὰ ποῦμε τώρα ἐναντίον αὐτοῦ; Καὶ ποιά κατηγορία θὰ βροῦμε σ᾿ αὐτόν; Φοβηθῆτε λοιπὸν καὶ σεῖς τὸ ἄγνωστο, διότι ὁ θυμὸς τοῦ Κυρίου θὰ ἐπέλθη κατὰ τῶν ἀνόμων καὶ τότε θὰ μάθουν αὐτοὶ ποῦ εἶναι τὰ ὑλικά τους ἀγαθὰ καὶ ἡ ὑλική τους εὐτυχία.

Σ᾿ αὐτὴ τὴν περικοπὴ καὶ μάλιστα στοὺς λόγους «οἶδα γὰρ ὅτι ἀένναός ἐστιν ὁ ἐκλύειν με μέλλων ἐπὶ γῆς, ἀναστήσει δὲ τὸ δέρμα μου τὸ ἀναντλοῦν ταῦτα», οἱ ἑρμηνευτὲς θεωροῦν ὅτι ὁ ᾿Ιὼβ προφητεύει τὴν σάρκωσι τοῦ Λυτρωτοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν.

* ῾Ο Θεὸς τιμώρησε καὶ προσεβλήθηκε ἀπὸ τὴν λέπρα, ὁ βασιλέας τῶν ᾿Ιουδαίων ᾿Αζαρίας (765 π. Χ.), ἐπειδὴ οἱ ᾿Ιουδαῖοι θυσίαζαν στὰ εἴδωλα· «Καὶ ἥψατο Κύριος τὸν βασιλέα, καὶ ἦν λελεπρωμένος ἕως ἡμέρας θανάτου αὐτοῦ». Καὶ τιμώρησε ὁ Θεὸς τὸν βασιλέα μὲ λέπρα, ἡ ὁποία διατηρήθηκε μὲχρι τῆς ἡμέρας τοῦ θανάτου του.

* Καὶ ὁ προφήτης καὶ βασιλέας Δαυίδ (Ι055-1015 π. Χ.) ἐξομολογεῖται καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο, ὅπως καὶ κάθε ἄνθρωπος, νὰ ἀπομακρύνει ἀπ᾿ αὐτὸν τὶς μάστιγές Του, γιατὶ δὲν ἀντέχει τὴν ἰσχύ Του, τὴν παντοδυναμία Του, μέσα στὴν ὁποία ἐντάσσονται καὶ οἱ ἀσθένειες· «᾿Απόστησον ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς μάστιγάς σου· ἀπὸ γὰρ τῆς ἰσχύος τῆς χειρός σου ἐγὼ ἐξέλιπον. ἐν ἐλεγμοῖς ὑπὲρ ἀνομίας ἐπαίδευσας ἄνθρωπον καὶ ἐξέτηξας ὡς ἀράχνην τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· πλὴν μάτην ταράσσεται πᾶς ἄνθρωπος». ᾿Απομάκρυνε τὶς μαστιγώσεις σου ἀπὸ μένα, γιατὶ μὲ τὰ δυνατὰ κτυπήματα τῆς χειρός σου ἐγὼ κινδυνεύω νὰ ἀφανισθῶ. Μὲ τιμωρίες παιδεύεις τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ κάνεις τὴν ζωή του εὔθραυστη σὰν τὸν ἱστὸ τῆς ἀράχνης. Πλὴν ὅμως μάταια ταράσσεται κάθε ἄνθρωπος (μοχθώντας καὶ θησαυρίζοντας).

3. ῎Εμμεσο πλῆγμα Θεοῦ

Σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἐμφανίζονται νὰ ἐνεργοῦν καὶ νὰ πλήττουν τὸν ἄνθρωπο μὲ ἀσθένειες, δυνάμεις ἀνώτερες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐξαρτώμενες ἀπὸ τὸν Θεό.

* ᾿Αναφέρεται στὴν ζωὴ τοῦ βασιλέως Δαυίδ, (1055-1015 π. Χ) ὅταν αὐτὸς ἀποφάσισε νὰ καταγράψει τὸν πληθυσμὸ τοῦ βασιλείου του (1018 π. Χ.), ὅτι ὅταν τελείωσε τὴν ἀπογραφὴ καυχήθηκε, διαπράττοντας ἁμαρτία ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἐγκρίνει τὴν ἀπόφασι τοῦ Δαυίδ· Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς ἐπάταξε καὶ θανάτωσε τὸν λαὸ μὲ ῎Αγγελο· «Καὶ ἐπάταξε καρδία Δαυῒδ αὐτὸν μετὰ τὸ ἀριθμῆσαι τὸν λαόν, καὶ εἶπε Δαυῒδ πρὸς Κύριον· ἥμαρτον σφόδρα, ὃ ἐποίησα νῦν, Κύριε· παραβίβασον δὴ τὴν ἀνομίαν τοῦ δούλου σου, ὅτι ἐμωράνθην σφόδρα. καὶ ἀνέστη Δαυῒδ τὸ πρωΐ. καὶ λόγος Κυρίου ἐγένετο πρὸς Γὰδ τὸν προφήτην τὸν ὁρῶντα λέγων· πορεύθητι καὶ λάλησον πρὸς Δαυῒδ λέγων· τάδε λέγει Κύριος· τρία ἐγώ εἰμι αἴρω ἐπὶ σέ, καὶ ἔκλεξαι σεαυτῷ ἓν ἐξ αὐτῶν καὶ ποιήσω σοι. καὶ εἰσῆλθε Γὰδ πρὸς Δαυῒδ καὶ ἀνήγγειλε καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἔκλεξαι σεαυτῷ γενέσθαι, εἰ ἔλθῃ σοι τρία ἔτη λιμὸς ἐν τῇ γῇ σου, ἢ τρεῖς μῆνας φεύγειν σε ἔμπροσθεν τῶν ἐχθρῶν σου καὶ ἔσονται διώκοντές σε, ἢ γενέσθαι τρεῖς ἡμέρας θάνατον ἐν τῇ γῇ σου· νῦν οὖν γνῶθι καὶ ἰδὲ τί ἀποκριθῶ τῷ ἀποστείλαντί με ρῆμα. καὶ εἶπε Δαυῒδ πρὸς Γάδ· στενά μοι πάντοθεν σφόδρα ἐστίν· ἐμπεσοῦμαι δὴ εἰς χεῖρας Κυρίου, ὅτι πολλοὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ σφόδρα, εἰς δὲ χεῖρας ἀνθρώπου οὐ μὴ ἐμπέσω· καὶ ἐξελέξατο ἑαυτῷ Δαυῒδ τὸν θάνατον. καὶ ἡμέραι θερισμοῦ πυρῶν, καὶ ἔδωκε Κύριος θάνατον ἐν ᾿Ισραὴλ ἀπὸ πρωΐθεν ἕως ὥρας ἀρίστου, καὶ ἤρξατο ἡ θραῦσις ἐν τῷ λαῷ, καὶ ἀπέθανεν ἐκ τοῦ λαοῦ ἀπὸ Δὰν καὶ ἕως Βηρσαβεὲ ἑβδομήκοντα χιλιάδες ἀνδρῶν. καὶ ἐξέτεινεν ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς ῾Ιερουσαλὴμ τοῦ διαφθεῖραι αὐτήν, καὶ παρεκλήθη Κύριος ἐπὶ τῇ κακίᾳ καὶ εἶπε τῷ ἀγγέλῳ τῷ διαφθείροντι ἐν τῷ λαῷ· πολὺ νῦν, ἄνες τὴν χεῖρά σου· καὶ ὁ ἄγγελος Κυρίου ἦν παρὰ τῇ ἅλῳ ᾿Ορνὰ τοῦ ᾿Ιεβουσαίου. καὶ εἶπε Δαυῒδ πρὸς Κύριον ἐν τῷ ἰδεῖν αὐτὸν τὸν ἄγγελον τὸν τύπτοντα ἐν τῶ λαῷ καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι ἠδίκησα καὶ ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ἐκακοποίησα, καὶ οὗτοι τὰ πρόβατα τί ἐποίησαν; γενέσθω δὴ ἡ χείρ σου ἐν ἐμοὶ καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου»9. Δηλαδή· ῾Ο Δαυὶδ ὅμως αἰσθάνθηκε ἔλεγχο στὴν συνείδησί του μετὰ ἀπὸ τὴν καταμέτρησι τοῦ λαοῦ καὶ εἶπε πρὸς τὸν Κύριο· Κύριε, ἁμάρτησα πάρα πολὺ γι᾿ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔκαμα. Σὲ παρακαλῶ συγχώρησε τὴν ἁμαρτία αὐτὴ τοῦ δούλου σου διότι φέρθηκα μὲ πάρα πολὺ μωρὸ τρόπο. ῾Ο Δαυὶδ ξύπνησε τὴν ἑπόμενη τὸ πρωΐ, ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν προφήτην Γάδ, τὸν βλέποντα τὰ μέλλοντα· Πήγαινε καὶ πὲς στὸν Δαυίδ· αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· ᾿Εγὼ ὁ Κύριος θέτω ἐνώπιόν σου τρία πράγματα. Διάλεξε σὺ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐγὼ θὰ τὸ θέσω σὲ ἐφαρμογή. ῾Ο Γὰδ ἦλθε πρὸς τὸν Δαυίδ, ἀνήγγειλε σ᾿ αὐτὸν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ εἶπε· διάλεξε γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τί προτιμᾶς νὰ γίνει· νὰ πέσει ἐπὶ τρία ἔτη πείνα στὴν χώρα σου ἢ ἐπὶ τρεῖς μῆνες νὰ φεύγεις καταδιωκόμενος ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς σου ἢ νὰ πέσει θανατικὸ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες στὸν λαὸ τῆς χώρας σου. Τώρα λοιπὸν σκέψου καὶ πές μου, τί νὰ ἀπαντήσω στὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε. ῾Ο Δαυὶδ εἶπε πρὸς τὸν Γάδ· μεγάλη στενοχωρία καὶ θλῖψις ὁλόγυρά μου. ᾿Αντὶ νὰ πέσω στὰ χέρια ἐχθρῶν ἀνθρώπων, προτιμῶ νὰ πέσω στὰ χέρια τοῦ Κυρίου, διότι αὐτὸς εἶναι πολυέλεος. Καὶ ὁ Δαυὶδ προτίμησε τὴν θανατηφόρο ἐπιδημία. ῏Ηταν δὲ τότε οἱ ἡμέρες τοῦ θερισμοῦ τῶν σιτηρῶν. ῎Εστειλε ὁ Κύριος θανατικὸ μεταξὺ τῶν ᾿Ισραηλιτῶν ἀπὸ τὸ πρωΐ ὡς τὶς ἀπογευματινὲς ὧρες. ῎Αρχισε ἡ θραῦσις τοῦ θανάτου μεταξὺ τοῦ ᾿Ισραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ πέθαναν ἀπὸ τὸν λαό, ἀπὸ τὴν πόλι Δὰν μέχρι καὶ τὴν Βηρσαβεέ, ἑβδομήντα χιλιάδες ἄνδρες. ῾Ο τιμωρὸς ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἅπλωσε τὸ χέρι του ἐναντίον τῆς ῾Ιερουσαλήμ, γιὰ νὰ καταστρέψει καὶ αὐτή. ῾Ο Κύριος ὅμως ἀρκέστηκε μὲ τὴν ἕως ἐδῶ τιμωρία καὶ ἀνακάλεσε τὴν ἀπόφασί του γιὰ τὴν ἐπέκτασι τοῦ θανάτου καὶ εἶπε στὸν ἄγγελο, τὸν ἐντεταλμένο νὰ ἀποστείλει θάνατο στὸν λαό· ἀρκετὰ ὡς ἐδῶ. Σταμάτησε τὸ χέρι σου. Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου εὑρισκόταν στὸ ἁλώνι τοῦ ᾿Ορνὰ τοῦ ᾿Ιεβουσαίου. ῾Ο Δαυὶδ βλέποντας τὸν ἄγγελο νὰ ἀποστέλλει θάνατο στὸν λαὸ εἶπε πρὸς τὸν Κύριο· ἰδού, ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἁμάρτησα. ᾿Εγὼ εἶμαι ὁ ποιμένας, ὁ ὁποῖος διέπραξα αὐτὴ τὴν ἀδικία. ᾿Εκεῖνοι εἶναι τὰ πρόβατα, τί πταίουν; ῍Ας πέσει, λοιπόν, ἡ τιμωρὸς δεξιά σου σὲ μένα καὶ στὸν οἶκο τοῦ πατρός μου.

Εἶναι διδακτικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Δαυίδ, «στενά μοι πάντοθεν σφόδρα ἐστίν· ἐμπεσοῦμαι δὴ εἰς χεῖρας Κυρίου, ὅτι πολλοὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ σφόδρα, εἰς δὲ χεῖρας ἀνθρώπου οὐ μὴ ἐμπέσω· καὶ ἐξελέξατο ἑαυτῷ Δαυῒδ τὸν θάνατον». Δείχνει ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ὅταν τὸν τιμωρεῖ.

* ῞Ομοια περίπτωσις ἀναφέρεται στὴν ζωὴ τοῦ βασιλέως ᾿Εζεκία (726-699 π. Χ.), ὅταν ῎Αγγελος Κυρίου σὲ μία νύκτα θανάτωσε ἑκατὸν ὀγδονταπέντε χιλιάδες ᾿Ασσυρίων στρατιωτῶν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔγινε ἡ αἰτία νὰ λυθεῖ ἡ πολιορκία τῆς ῾Ιερουσαλήμ· «Καὶ ἐγένετο ἕως νυκτὸς καὶ ἐξῆλθεν ἄγγελος Κυρίου καὶ ἐπάταξεν ἐν τῇ παρεμβολῇ ᾿Ασσυρίων ἑκατὸν ὀγδοηκονταπέντε χιλιάδας· καὶ ὤρθρισαν τὸ πρωΐ, καὶ ἰδοὺ πάντες σώματα νεκρά». Δηλαδή· Τὴν νύκτα ποὺ ἀκολούθησε μετὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου, ἐξῆλθε ἄγγελος Κυρίου καὶ φόνευσε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τῶν ᾿Ασσυρίων ἑκατὸν ὀγδόντα πέντε χιλιάδες στρατιῶτες. ῞Οσοι ᾿Ασσύριοι σώθηκαν, σηκώθηκαν τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωὶ καὶ εὑρῆκαν ὅλα τὰ σώματα τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν νεκρά.

* Καὶ οἱ Αἰγύπτιοι πατάχθησαν δι᾿ ᾿Αγγέλου, ὁ ὁποῖος ἐξολόθρευσε τὰ πρωτότοκα τέκνα τους γιὰ νὰ συγκατατεθεῖ ὁ Φαραὼ νὰ ἀπελευθερώσει τοὺς ῾Εβραίους καὶ νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο· «Καὶ παρελεύσεται Κύριος πατάξαι τοὺς Αἰγυπτίους καὶ ὄψεται τὸ αἷμα ἐπὶ τῆς φλιᾶς καὶ ἐπ᾿ ἀμφοτέρων τῶν σταθμῶν, καὶ παρελεύσεται Κύριος τὴν θύραν καὶ οὐκ ἀφήσει τὸν ὀλοθρεύοντα εἰσελθεῖν εἰς τὰς οἰκίας ὑμῶν πατάξαι». Δηλαδή· Καὶ θὰ περάσει ὁ Κύριος γιὰ νὰ κτυπήσει τοὺς Αἰγύπτιους· καὶ ὅταν ὁ Κύριος δεῖ τὸ αἷμα στὸ ἀνώφλι καὶ στοὺς δύο παραστάτες, θὰ προσπεράσει τὴν θύρα ἐκείνη καὶ δὲν θὰ ἀφήσει τὸν ὀλοθρευτὴ νὰ εἰσέλθει στὶς οἰκίες σας γιὰ νὰ σᾶς κτυπήσει.

* Στὸν 90ὸ Ψαλμὸ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεὸς προστατεύει ὅποιον καταφεύγει σ᾿ Αὐτὸν καὶ ζητεῖ τὴν προστασία Του ἀπὸ τὶς κακοποιὲς δυνάμεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὁ Κύριος εἶναι ἰσχυρότερος· «οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας, ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ. πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ· πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν ὄψει. ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου· τὸν ῞Υψιστον ἔθου καταφυγήν σου. οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου. ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου· ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου· ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα. ὅτι ἐπ’ ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τὸ ὄνομά μου. κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτὸν καὶ δοξάσω αὐτόν. μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου». Δηλαδή· Δὲν θὰ φοβηθεῖς ἀπὸ κάποιο κίνδυνο τῆς νύκτας ἢ ἀπὸ βέλος ποὺ ρίχνεται ἐναντίον σου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας, οὔτε θὰ φοβηθεῖς ἀπὸ κάτι ποὺ κινεῖται τὴν νύκτα ἢ ἀπὸ ἀπροσδόκητο συμβὰν τῆς ἡμέρας, οὔτε ἀπὸ δαιμόνιο ποὺ ἐνεργεῖ κατὰ τὸ μεσημέρι. Θὰ πέφτουν νεκροὶ χιλιάδες ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ ἀριστερά σου καὶ μυριάδες ἀπὸ τὰ δεξιά σου, ἐσένα ὅμως τίποτε δὲν θὰ σὲ ἀγγίξει. ᾿Αλλὰ σὺ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια θὰ βλέπεις τὶς θανατηφόρες καταστροφὲς ποὺ συντελοῦνται καὶ τὴν ἀνταπόδοσι καὶ τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ θὰ άναφωνεῖς· Σύ, Κύριε, εἶσαι ἡ ἐλπίς μου. Τὸν ῞Υψιστο ἔθεσες σὰν ἀσφαλὲς καταφύγιό σου. Δὲν θὰ σὲ βροῦν κακὰ καὶ καμμία μάστιγα ἀσθένειας δὲν θὰ ἀγγίξει τὴν κατοικία σου. Γιατὶ θὰ δώσει ἐντολὴ ὁ Κύριος στοὺς ἀγγέλους του γιὰ σένα νὰ σὲ προστατεύσουν ἀπὸ κάθε κακὸ σὲ ὅλες τὶς ἐνέργειές σου. Θὰ σὲ σηκώσουν οἱ ἄγγελοι στὰ χέρια τους γιὰ νὰ μὴν σκοντάψει τὸ πόδι σου σὲ καμμία πέτρα. Θὰ πατήσεις χωρὶς νὰ πάθεις τίποτε ἐπάνω σὲ δηλητηριώδη φίδια, ὅπως εἶναι ἡ ἀσπὶς καὶ ὁ βασιλίσκος καὶ θὰ καταπατήσεις λεοντάρια καὶ δράκοντες. ᾿Επειδὴ ὁ δοῦλος μου στήριξε τὴν ἐλπίδα του σὲ μένα, θὰ τὸν λυτρώσω ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ θὰ τὸν προστατεύσω, γιατὶ μὲ ἐπίγνωσι καὶ πίστι ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου. Θὰ κράξει σὲ μένα προσευχόμενος καὶ ἐγὼ θὰ ἀκούσω τὴν προσευχή του καὶ θὰ εἶμαι κοντά του στὶς θλίψεις του, θὰ τὸν βγάλω ἀπὸ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς περιπέτειες καὶ θὰ τὸν δοξάσω. Θὰ τὸν γεμίσω μὲ μακροημέρευσι γιὰ νὰ ζήσει χρόνια πολλὰ καὶ θὰ τοῦ κάνω γνωστὲς σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ μακροῦ βίου του τὶς σωτηριώδεις ἐπεμβάσεις μου γιὰ τὸ καλό του.

* Στὴν περίπτωσι τοῦ ᾿Ιὼβ ἡ λέπρα θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἐνέργεια δαιμονική· «᾿Εξῆλθε δὲ ὁ διάβολος ἀπὸ προσώπου Κυρίου καὶ ἔπαισε τὸν ᾿Ιὼβ ἕλκει πονηρῷ ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς». Δηλαδή· Καὶ βγῆκε ὁ διάβολος ἀπὸ τὸ μέρος τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου καὶ κτύπησε τὸν ᾿Ιὼβ μὲ τρομερὲς πληγὲς ἀπὸ τὰ πόδια μέχρι τὸ κεφάλι. Καὶ αὐτὴ ὅμως συνέβη, ἀφοῦ ὁ διάβολος ἔλαβε τὴν ἄδεια τοῦ Κυρίου.

᾿Απὸ τὰ περιστατικὰ αὐτῶν τῶν δύο ὁμάδων, τὸ συμπέρασμα εἶναι ἕνα καὶ κοινὸ ὅτι κύριος τῆς ζωῆς μας εἶναι ἕνας, ὁ Κύριός μας καὶ ὁ Θεός μας.

4. ᾿Ασθένεια καὶ ἁμαρτία

Στὴν ῾Αγία Γραφὴ ἡ ἀσθένεια, ὅπως καὶ ὁ θάνατος συνδέονται μὲ τὴν ἁμαρτία. Προσδιορίζονται αὐτὲς οἱ συνθῆκες, ποὺ συνδέουν αὐτὲς τὶς ἔννοιες καὶ τὶς καταστάσεις, μὲ τὴν σχέσι αἰτίου (τῆς ἁμαρτίας) καὶ ἀποτελέσματος (τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ θανάτου).

«Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».

῾Ο Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ζεῖ εὐτυχισμένος, ὅπως ἀναφέρεται στὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως. Γι᾿ αὐτὸ δημιούργησε τὸν κόσμο, φύτευσε τὸν παράδεισο καὶ ἔβαλε τὸν ἄνθρωπο νὰ κατοικήσει σ᾿ αὐτόν.

῾Η ἀσθένεια, ὅπως καὶ ὅλα τὰ κακὰ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀντίθετη σ᾿ αὐτὴ τὴν σταθερὴ πρόθεσι καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμφανίζεται στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος ὡς συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ποὺ δόθηκε στοὺς Πρωτοπλάστους. «Καὶ τῇ γυναικὶ εἶπε· πληθύνων πληθυνῶ τὰς λύπας σου καὶ τὸν στεναγμόν σου· ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει. τῷ δὲ ᾿Αδὰμ εἶπεν· ὅτι ἤκουσας τῆς φωνῆς τῆς γυναικός σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνου μὴ φαγεῖν, ἀπ᾿ αὐτοῦ ἔφαγες, ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου· ἐν λύπαις φαγῇ αὐτὴν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι, καὶ φαγῇ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ. ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ». Δηλαδή· Πρὸς δὲ τὴν γυναίκα εἶπε· Θὰ κάνω πολλὲς τὶς λύπες σου καὶ τὰ βάσανά σου· μὲ κόπους νὰ γεννᾶς παιδιά· νὰ εἶσαι ἐξαρτημένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου καὶ αὐτὸς νὰ σὲ ἐξουσιάζει. Πρὸς δὲ τὸν ᾿Αδὰμ εἶπε· ᾿Επειδὴ ὑπάκουσες στὸν λόγο τῆς γυναίκας σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τὸ δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μόνον σὲ διέταξα νὰ μὴ φάγεις, καταραμένη νὰ εἶναι ἡ γῆ ἐξ αἰτίας σου· μὲ κόπο νὰ τρώγεις τοὺς καρπούς της σὲ ὅλη σου τὴν ζωή· ἀγκάθια καὶ τριβόλια νὰ σοῦ βλαστήσει καὶ νὰ τρώγεις χορτάρι τοῦ ἀγροῦ· μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου σου νὰ τρώγεις τὸ ψωμί σου, μέχρις ὅτου ἐπιστρέψεις στὴν γῆ, ἀπὸ τὴν ὁποία πλάστηκες, γιατὶ χῶμα εἶσαι καὶ στὸ χῶμα θὰ ἐπιστρέψεις.
Στὸ βιβλίο τῆς ᾿Εξόδου, στὸ θ´ κεφάλαιο, ὁ θάνατος τῶν ζώων καὶ ὁ μολυσματικὸς καπνός, μὲ τὰ ὁποῖα κτύπησε ὁ Θεὸς τοὺς ἄπιστους Αἰγύπτιους, εἶναι μέσα γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὸν σκοπό Του, νὰ κάμψει τὸν Φαραώ, ποὺ δὲν ἐλευθέρωνε τοὺς ῾Εβραίους καὶ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο.

Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναγγέλλει ὅτι ὁ Κύριος θὰ κτυπήσει καὶ τοὺς ῾Εβραίους ἂν δὲν σεβασθοῦν τοὺς ὅρους τῆς Διαθήκης· «προσκολλήσαι Κύριος εἰς σὲ τὸν θάνατον, ἕως ἂν ἐξαναλώσῃ σε ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν. πατάξαι σε Κύριος ἐν ἀπορίᾳ καὶ πυρετῷ καὶ ρίγει καὶ ἐρεθισμῷ καὶ ἀνεμοφθορίᾳ καὶ τῇ ὤχρᾳ, καὶ καταδιώξονταί σε, ἕως ἂν ἀπολέσωσί σε. ... πατάξαι σε Κύριος ἕλκει Αἰγυπτίῳ εἰς τὴν ἕδραν καὶ ψώρᾳ ἀγρίᾳ καὶ κνήφῃ, ὥστε μὴ δύνασθαί σε ἰαθῆναι. πατάξαι σε Κύριος παραπληξίᾳ καὶ ἀορασίᾳ καὶ ἐκστάσει διανοίας, ... πατάξαι σε Κύριος ἐν ἕλκει πονηρῷ ἐπὶ τὰ γόνατα καὶ ἐπὶ τὰς κνήμας, ὥστε μὴ δύνασθαι ἰαθῆναί σε ἀπὸ ἴχνους τῶν ποδῶν σου ἕως τῆς κορυφῆς σου». Δηλαδή· Θὰ σοῦ κολλήσει ὁ Κύριος θανατηφόρο ἀρρώστια, ἕως ὅτου σὲ ἐξοντώσει στὴν χώρα αὐτή, ἐκεῖ ὅπου εἰσέρχεσαι ἤδη γιὰ νὰ τὴν κληρονομήσεις. Θὰ σὲ χτυπήσει ὁ Κύριος μὲ στενοχώρια καὶ ἄγχος, μὲ πυρετό, μὲ ρίγος, μὲ φαγούρα, μὲ ἀνεμοπύρωμα καὶ μὲ κιτρινάδα (ἴκτερος). Καὶ θὰ σὲ κυνηγοῦν αὐτὲς οἱ ἀσθένειες, ἕως ὅτου σὲ ἐξαφανίσουν... Θὰ σὲ κτυπήσει ὁ Κύριος μὲ τὸ ἕλκος τῆς Αἰγύπτου, μὲ πληγὴ δὲ καὶ ἀπόστημα στὴν ἕδρα καὶ μὲ ψώρα βαρειᾶς μορφῆς καὶ μὲ φαγούρα, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖς νὰ θεραπευθεῖς. Θὰ σὲ κτυπήσει ὁ Κύριος μὲ παραπληγία καὶ τύφλωσι καὶ τρέλλα... Θὰ σὲ κτυπήσει ὁ Κύριος μὲ φοβερὴ πληγὴ στὰ γόνατα καὶ στὶς κνῆμες, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖς νὰ θεραπευθεῖς. Θὰ ἔχεις πληγὲς ἀπὸ τὸ πέλμα τῶν ποδιῶν σου μέχρι τῆς κεφαλῆς σου.

Μὲ ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς ἐπιδιώκει νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει τὶς ὀδυνηρὲς καὶ φοβερὲς συνέπειες τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Γι᾿ αὐτὸ διαπιστώνουμε ὅτι στοὺς παρακλητικοὺς ψαλμούς, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν θεραπεία του ἀπὸ τὶς ἀσθένειες, τὸ αἴτημα συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ὁμολογία σφαλμάτων· «Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου·». Δηλαδή· Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, μὴν ἐξαντλήσεις τὸν θυμό σου, τιμωρώντας με, οὔτε τὴν ὀργή σου παιδαγωγώντας με. Γιατί τὰ βέλη σου (τῶν ἀσθενειῶν, πόνων καὶ τιμωριῶν) ἔχουν καρφωθεῖ στὸ σῶμα μου καὶ βαρὺ ἔχει πέσει ἐπάνω μου τὸ χέρι σου. Κανένα μέλος τοῦ σώματός μου δὲν εἶναι ὑγιὲς (ὅλο μου τὸ σῶμα πάσχει καὶ ὑποφέρει) ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς σου ἐναντίον μου. Τὰ ὀστᾶ μου δὲν ἔχουν ἡσυχία (ἀλλὰ πονοῦν καὶ αὐτά) λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μου. Γιατί οἱ ἀνομίες μου εἶναι τόσο πολλές, ὥστε ἔχουν ὑπερκαλύψει τὴν κεφαλή μου, σὰν βαρὺ φορτίο ἔχουν πέσει ἐπάνω μου. Τὰ τραύματά μου βρώμησαν καὶ σάπισαν ἀπὸ τὴν ἀφροσύνη μου.

«᾿Απὸ πασῶν τῶν ἀνομιῶν μου ρῦσαι με, ὄνειδος ἄφρονι ἔδωκάς με. ἐκωφώθην καὶ οὐκ ἤνοιξα τὸ στόμα μου, ὅτι σὺ ἐποίησας. ἀπόστησον ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς μάστιγάς σου· ἀπὸ γὰρ τῆς ἰσχύος τῆς χεῖρός σου ἐγὼ ἐξέλιπον. ἐν ἐλεγμοῖς ὑπὲρ ἀνομίας ἐπαίδευσας ἄνθρωπον καὶ ἐξέτηξας ὡς ἀράχνην τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· πλὴν μάτην ταράσσεται πᾶς ἄνθρωπος». Δηλαδή· Συγχώρησε ὅλες τὶς ἁμαρτίες μου, γιατί ἐξ αἰτίας τους ἐπέτρεψες νὰ γίνω ἐμπαιγμὸς παντὸς ἀνόητου καὶ ἀσεβοῦς. ῎Εκανα πὼς δὲν ἄκουγα καὶ δὲν ἄνοιξα τὸ στόμα μου (γιὰ νὰ παραπονεθῶ) γιατί σὺ ἐπέτρεψες (νὰ συμβοῦν ὅλα αὐτὰ ποὺ μοῦ συμβαίνουν). ᾿Απομάκρυνε τὶς μαστιγώσεις σου ἀπὸ μένα (μὴ μὲ τιμωρεῖς πλέον), γιατί μὲ τὰ δυνατὰ κτυπήματα τῆς χειρός σου ἐγὼ κινδυνεύω νὰ ἀφανισθῶ. Μὲ τιμωρίες παιδεύεις τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ κάνεις τὴν ζωή του εὔθραστη σὰν τὸν ἱστὸ τῆς ἀράχνης. Πλὴν ὅμως μάταια ταράσσεται κάθε ἄνθρωπος (μοχθώντας καὶ θησαυρίζοντας).

«᾿Αντελάβετο αὐτῶν ἐξ ὁδοῦ ἀνομίας αὐτῶν, διὰ γὰρ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐταπεινώθησαν·». Δηλαδή· Καὶ ὁ Κύριος τοὺς βοήθησε νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς ἁμαρτίας, γιατὶ εἶχαν ὑποστεῖ τὶς ταπεινώσεις αὐτὲς ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν τους.

᾿Ενῶ αὐτὴ εἶναι μία σαφὴς γενικὴ θεώρησις γιὰ τὶς αἰτίες τῶν ἀσθενειῶν, παραμένει ἀδιευκρίνιστο ἐὰν κάθε ἀσθένεια ἔχει ὡς αἰτία τὶς προσωπικὲς ἁμαρτίες ἐκείνου ποὺ ἀσθενεῖ.
῾Η ῾Αγία Γραφὴ δίδει στὸ θέμα αὐτό, γιὰ τὴν αἰτία τῶν ἀσθενειῶν, διάφορες ἀπαντήσεις, ὅπως θὰ δοῦμε πιὸ κάτω στὴν ἑνότητα· ῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια. Μὲ σαφήνεια ὅμως ἐκθέτει τὸν σκοπὸ τῆς ἀσθένειας. Εἶναι μία δοκιμασία ποὺ ἐπιτρέπει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ποὺ ἀποσκοπεῖ νὰ δείξει τὴν πιστότητα τοῦ δοκιμαζόμενου στὸν Θεό, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ ᾿Ιώβ, καθὼς καὶ τοῦ Τωβίτ, στὸν ὁποῖο ἐμφανίστηκε ὁ ἀρχάγγελος Ραφαὴλ καὶ τοῦ εἶπε· «καὶ νῦν ἀπέστειλέ με ὁ Θεὸς ἰάσασθαί σε καὶ τὴν νύμφην σου Σάρραν». Δηλαδή· Καὶ τώρα λοιπὸν μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ θεραπεύσω καὶ σένα καὶ τὴν νύμφη σου Σάρρα.

5. ῾Ο Θεὸς θεραπεύει

Μελετώντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀνακαλύπτουμε τέσσερις κανόνες, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν θεραπεία.

α´. ῾Ο Θεὸς ἔδωσε τὴν ἰατρική

Δὲν ἀπαγορεύεται νὰ προσφεύγει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Παραδείγματα·

* ῾Ο προφήτης ῾Ησαΐας μὲ κατάπλασμα ἀπὸ σῦκα θεράπευσε τὸν βασιλέα τῶν ᾿Ιουδαίων ᾿Εζεκία (726-699 π. Χ.) «Καὶ εἶπε· λαβέτωσαν παλάθην σύκων καὶ ἐπιθέτωσαν ἐπὶ τὸ ἕλκος, καὶ ὑγιάσει». Δηλαδή· Καὶ εἶπε (ὁ ῾Ησαΐας)· ἄς πάρουν πολτὸ ἀπὸ σῦκα καὶ ἂς τὴν βάλουν ὡς κατάπλασμα ἐπάνω στὴν πληγὴ καὶ θὰ γίνει ὑγιής.

* ῾Ο ἄγγελος Ραφαήλ (ποὺ σημαίνει ὁ Θεὸς θεραπεύει) θεράπευσε τὴν τύφλωσι τοῦ Τωβὶτ μὲ τὴν χολὴ τοῦ ψαριοῦ· «λαβὲ δὲ παρὰ χεῖρα τὴν χολὴν τοῦ ἰχθύος. καὶ ἐπορεύθησαν, καὶ συνῆλθεν ὁ κύων ὄπισθεν αὐτῶν». Δηλαδή· Πάρε δὲ στὸ χέρι σου καὶ τὴν χολὴ ἀπὸ τὸ ψάρι ἐκεῖνο, ποὺ σκότωσες στὸ ποτάμι. Καὶ βάδισαν πράγματι γρηγορώτερα, τὸ δὲ σκυλὶ τοὺς ἀκολουθοῦσε ἀπὸ κοντά. «Καὶ ἐπελάβετο τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ προσέπασε τὴν χολὴν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ λέγων· θάρσει, πάτερ. ὡς δὲ συνεδήχθησαν, διέτριψε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ ἐλεπίσθη ἀπὸ τῶν κάνθων τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ τὰ λευκώματα». Δηλαδή· Καὶ ἔπιασε τὸν πατέρα του ὁ Τωβίας καὶ ἔχρισε μὲ τὴν χολὴ τὰ μάτια του καὶ τοῦ εἶπε· Θάρρος, πατέρα. Μόλις δὲ ἔνοιωσε πόνο καὶ κάτι σὰν δάγκωμα καὶ φαγούρα στὰ μάτια ὁ Τωβίτ, ἔτριψε τὰ μάτια του καὶ ἔπεσαν σὰν λέπια ἀπὸ τὶς κόγχες τῶν ματιῶν τὰ λευκώματα.

* ῾Η Σοφία Σειρὰχ πλέκει ἕνα ὡραῖο ἐγκώμιο στὸ ἰατρικὸ ἐπάγγελμα.

«Τίμα ἰατρὸν πρὸς τὰς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος· παρὰ γὰρ ῾Υψίστου ἐστὶν ἴασις, καὶ παρὰ βασιλέως λήψεται δόμα. ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται. Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς. οὐκ ἀπὸ ξύλου ἐγλυκάνθη ὕδωρ εἰς τὸ γνωσθῆναι τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ; καὶ αὐτὸς ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ· ἐν αὐτοῖς ἐθεράπευσε καὶ ᾖρε τὸν πόνον αὐτοῦ, μυρεψὸς ἐν τούτοις ποιήσει μεῖγμα, καὶ οὐ μὴ συντελέσῃ ἔργα αὐτοῦ, καὶ εἰρήνη παρ᾿ αὐτοῦ ἐστιν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς. ... καὶ ἰατρῷ δὸς τόπον, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος, καὶ μὴ ἀποστήτω σου, καὶ γὰρ αὐτοῦ χρεία. ἔστι καιρὸς ὅτε καὶ ἐν χερσὶν αὐτῶν εὐοδία· καὶ γὰρ αὐτοὶ Κυρίου δεηθήσονται, ἵνα εὐοδώσῃ αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καὶ ἴασιν χάριν ἐμβιώσεως. ὁ ἁμαρτάνων ἔναντι τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν ἐμπέσοι εἰς χεῖρας ἰατροῦ». Δηλαδή· Τίμα τὸν ἰατρό, ὅπως τοῦ ἁρμόζει, ἔχοντας ἄλλωστε ὑπ᾿ ὄψιν σου τὶς ὑπηρεσίες του στὶς ἀνάγκες σου, διότι ὁ Κύριος ἔκαμε αὐτόν. ᾿Απὸ τὸν ῞Υψιστο Θεὸ προέρχεται ἡ θεραπεία, ποὺ δίδει ὁ ἰατρός, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς ἀκόμη θὰ λάβει δῶρα γιὰ τὴν ἰατρική του ἐπιστήμη. ῾Η ἰατρικὴ ἐπιστήμη θὰ ἀναδείξει τὸν ἰατρό, καὶ ἐνώπιον ἐπισήμων ἀνθρώπων θὰ ἀποκτήσει δόξα. ῾Ο Κύριος ὅρισε νὰ φυτρώνουν φαρμακευτικὰ βότανα ἀπὸ τὴν γῆ, ὁ δὲ φρόνιμος ἄνθρωπος δὲν τὰ ἀποστρέφεται. Τὰ πικρὰ ὕδατα τῆς Μερρᾶς δὲν γλυκάνθηκαν διὰ τοῦ Μωυσέως μὲ ἕνα ξύλο, γιὰ νὰ φανεῖ ἔτσι ἡ δύναμις καὶ αὐτοῦ τοῦ ξύλου; ῾Ο ἴδιος ὁ Θεὸς ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ὥστε νὰ δοξάζεται μὲ τὰ θαυμαστὰ αὐτοῦ ἔργα. Διὰ τῶν ἰατρῶν καὶ τῶν φαρμάκων θεραπεύει ὁ Θεὸς καὶ ἀφαιρεῖ τὶς ἐνοχλήσεις τοῦ ἀσθενοῦς. ῾Ο φαρμακοποιὸς μὲ τὰ διάφορα βότανα κατασκευάζει φαρμακευτικὴ σύνθεσι καὶ εἶναι ἀτελείωτα τὰ φαρμακευτικά του παρασκευάσματα, ὥστε νὰ ἔρχεται ἡ θεραπεία καὶ ἡ γαλήνη ἀπὸ τὸ φάρμακό του σὲ ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς τῆς οἰκουμένης... Νὰ προσφύγεις δὲ κατόπιν καὶ στὸν ἰατρό, διότι ὁ Θεὸς τὸν δημιούργησε καὶ τὸν ἀνάδειξε. Μὴ τὸν ἀπομακρύνεις ἀπὸ κοντά σου, διότι ἔχεις τὴν ἀνάγκη του. Πολλὲς φορὲς ἡ θεραπεία τῆς ἀσθένειας καὶ ἡ κατευόδωσις τῆς ὑγείας εἶναι στὰ χέρια τῶν ἰατρῶν, διότι καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν σειρά τους προσεύχονται πρὸς τὸν Κύριο, νὰ κατευοδώσει τὶς προσπάθειές τους καὶ νὰ ἐπιτύχουν ἐλάφρυνσι καὶ θεραπεία τῆς νόσου γιὰ τὴν συνέχεια τῆς ζωῆς. Μάθε δὲ καὶ αὐτό, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἁμαρτάνει ἐνώπιον τοῦ Δημιουργοῦ του, θὰ ἀσθενήσει καὶ θὰ περιέλθει στὰ χέρια τοῦ ἰατροῦ.

β´. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι χρησιμοποιοῦνται συχνὰ φάρμακα.

Παραδείγματα·

* ῾Ο Θεὸς ἐκφράζει τὸ παράπονό του στὸν προφήτη ῾Ησαΐα, ἐπειδὴ Τὸν ἐγκατέλειψε ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁμοιάζει μὲ ἄνθρωπο ποὺ γέμισε πληγὲς ἀθεράπευτες, γιατὶ δὲν ὑπάρχουν φάρμακα γι᾿ αὐτές· «ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ ὁλοκληρία, οὔτε τραῦμα οὔτε μώλωψ οὔτε πληγὴ φλεγμαίνουσα· οὐκ ἔστι μάλαγμα ἐπιθεῖναι οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους». Δηλαδή· ᾿Απὸ τὰ πόδια μέχρι τῆς κεφαλῆς δὲν ὑπάρχει στὸ σῶμα ἀκεραιότητα καὶ ὑγεία, οὔτε ὑπάρχει ἐδῶ μόνο τραῦμα ἀνοικτό, οὔτε ἐκεῖ μόνο τρύπημα πρησμένο, οὔτε σὲ ἄλλο σημεῖο πληγὴ γεμάτη πύον καὶ αἷμα ἀποσυντεθειμένο· ἀλλὰ ὅλο τὸ σῶμα εἶναι μία ὁλόκληρη πληγή· καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τεθεῖ ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ κατάπλασμα , οὔτε λάδι, οὔτε ἐπίδεσμοι.

* ῾Ο ῾Ιερεμίας θλίβεται γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάστασι τοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει. Εἶναι ἀπελπισμένος καὶ συντριμμένος καὶ διερωτᾶται, μήπως δὲν ὑπάρχουν φάρμακα καὶ ἰατρὸς γιὰ νὰ θεραπευθεῖ· «Μὴ ῥητίνη οὐκ ἔστιν ἐν Γαλαάδ, ἢ ἰατρὸς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ; διατί οὐκ ἀνέβη ἴασις θυγατρὸς λαοῦ μου;». Δηλαδή· Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἰαματικὸ βάλσαμο στὴν χώρα Γαλαάδ, ἢ δὲν εὑρίσκεται ἐκεῖ ἰατρός; Γιατί δὲν θεραπεύθηκε ἡ θυγατέρα μου, ὁ λαός μου;

* Στὴν Σοφία Σολομῶντος διακηρύσσεται ὅτι ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὶς θεραπευτικὲς ἰδιότητες τῶν ριζῶν τῶν φυτῶν· «αὐτὸς γάρ μοι ἔδωκε τῶν ὄντων γνῶσιν ἀψευδῆ εἰδέναι σύστασιν κόσμου καὶ ἐνέργειαν στοιχείων, ... φύσεις ζͺͺῴων καὶ θυμοὺς θηρίων, πνευμάτων βίας καὶ διαλογισμοὺς ἀνθρώπων, διαφορὰς φυτῶν καὶ δυνάμεις ῥιζῶν». Αὐτὸ σημαίνει· Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε τὴν ἀληθινὴ γνῶσι τῶν ὅσων ὑπάρχουν, ὥστε νὰ γνωρίζω πῶς ἔγινε καὶ συνίσταται ὁ κόσμος καὶ πῶς ἐνεργοῦν τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως· ... τὶς φύσεις καὶ τὰ διάφορα γένη τῶν ζώων καὶ τὰ ἄγρια ἔνστικτα τῶν θηρίων, τὶς βίαιες πνοὲς τῶν ἀέρων καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, τὶς διαφορὲς τῶν φυτῶν καὶ τὶς φαρμακευτικὲς ἰδιότητες τῶν ριζῶν.

γ´. ᾿Απαγόρευσις τῆς μαγείας

῾Ο Θεὸς ἀπορρίπτει τὴν χρῆσι τῆς μαγείας καὶ ἀποτρέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ καταφεύγει σ᾿ αὐτὴ γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του. ῾Η περίπτωσις τοῦ βασιλέως τῆς Σαμάρειας ᾿Οχοζία (υἱὸς καὶ διάδοχος τοῦ ᾿Αχαάβ, διώκτου τοῦ προφήτου ᾿Ηλία, καὶ ὄγδοος βασιλέας τοῦ ᾿Ισραήλ, 885 π. Χ.) εἶναι εὔγλωττος καὶ σαφής· «Καὶ ἠθέτησε Μωὰβ ἐν ᾿Ισραὴλ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν ᾿Αχαάβ. καὶ ἔπεσεν ᾿Οχοζίας διὰ τοῦ δικτυωτοῦ τοῦ ἐν τῷ ὑπερῴῳ αὐτοῦ τῷ ἐν Σαμαρείᾳ καὶ ἠρρώστησε. καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· δεῦτε καὶ ἐπιζητήσατε ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών, εἰ ζήσομαι ἐκ τῆς ἀρρωστίας μου ταύτης· καὶ ἐπορεύθησαν ἐπερωτῆσαι δι᾿ αὐτοῦ. καὶ ἄγγελος Κυρίου ἐκάλεσεν ᾿Ηλιοὺ τὸν Θεσβίτην λέγων· ἀναστὰς δεῦρο εἰς συνάντησιν τῶν ἀγγέλων ᾿Οχοζίου βασιλέως Σαμαρείας καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτούς· εἰ παρὰ τὸ μὴ εἶναι Θεὸν ἐν ᾿Ισραὴλ ὑμεῖς πορεύεσθε ἐπιζητῆσαι ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών; καὶ οὐχ οὕτως· ὅτι τάδε λέγει Κύριος· ἡ κλίνη, ἐφ᾿ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ καταβήσῃ ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ. καὶ ἐπορεύθη ᾿Ηλιοὺ καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς. καὶ ἐπεστράφησαν οἱ ἄγγελοι πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τί ὅτι ἐπεστρέψατε; καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· ἀνὴρ ἀνέβη εἰς συνάντησιν ἡμῶν καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς· δεῦτε ἐπιστράφητε πρὸς τὸν βασιλέα τὸν ἀποστείλαντα ὑμᾶς καὶ λαλήσετε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει Κύριος· εἰ παρὰ τὸ μὴ εἶναι Θεὸν ἐν ᾿Ισραὴλ σὺ πορεύῃ ἐπιζητῆσαι ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών; οὐχ οὕτως· ἡ κλίνη, ἐφ᾿ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ καταβήσῃ ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ. ... καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπεν ᾿Ηλιού· τάδε λέγει Κύριος· τί ὅτι ἀπέστειλας ἀγγέλους ἐκζητῆσαι ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών; οὐχ οὕτως· ἡ κλίνη, ἐφ᾿ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ καταβήσῃ ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ». Δηλαδή· Οἱ Μωαβῖτες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ᾿Αχαὰβ ἀπεσκίρτησαν καὶ ἐπαναστάτησαν κατὰ τῶν ᾿Ισραηλιτῶν. ῾Ο βασιλέας ᾿Οχοζίας ἔπεσε ἀπὸ τὸ δικτυωτὸ κιγκλίδωμα τοῦ δωματίου, ποὺ εὑρίσκετο στὴν Σαμάρεια καὶ ἀσθένησε. Αὐτὸς ἀπέστειλε ἀγγελιαφόρους καὶ τοὺς εἶπε! Πηγαίνετε στὴν πόλι ᾿Ακκαρὼν καὶ ἐκεῖ ζητήσατε νὰ βρεῖτε καὶ νὰ ρωτήσετε τὸν Βάαλ τὸν θεὸ τῶν μυιῶν, ἐὰν θὰ θεραπευθῶ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν νόσο. Οἱ ἀπεσταλμένοι πῆγαν νὰ ρωτήσουν τὸν θεὸ ποὺ ὑποδείχθηκε σ᾿ αὐτούς. ῎Αγγελος Κυρίου κάλεσε τὸν ᾿Ηλία τὸν Θεσβίτη καὶ τοῦ εἶπε· σήκω, πήγαινε νὰ συναντήσεις τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ βασιλέως τοῦ ᾿Ισραηλιτικοῦ λαοῦ τοῦ ᾿Οχοζία καὶ εἰπὲ πρὸς αὐτούς. Μήπως ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει Θεὸς στὸν ἰσραηλιτικὸ λαό, πηγαίνετε νὰ συμβουλευτεῖτε τὸν Βάαλ τὸν θεὸ τῶν μυιῶν στὴν πόλι ᾿Ακκαρών; Δὲν εἶναι ὀρθὸ αὐτό. ᾿Επειδὴ ὅμως ἐσεῖς κάνετε αὐτό, αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος. ᾿Απὸ τὴν κλίνη, στὴν ὁποία ἀνέβηκε ἀσθενήσας ὁ βασιλέας σας, δὲν θὰ κατέλθει ὑγιής, ἀλλὰ θὰ πεθάνει ἐξάπαντος. ῾Ο ᾿Ηλίας μετέβη καὶ εἶπε αὐτὰ πρὸς αὐτούς. Οἱ ἀπεσταλμένοι ἐπέστρεψαν στὸν βασιλέα τους καὶ ἐκεῖνος ρώτησε αὐτούς· γιατί τόσο γρήγορα ἐπιστρέψατε; Οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ ἀπάντησαν· Κάποιος ἄνδρας ἦλθε πρὸς συνάντησί μας καὶ εἶπε πρὸς ἐμᾶς. ᾿Ελᾶτε, γυρίστε πρὸς τὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀπέστειλε καὶ εἴπατε πρὸς αὐτόν· αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· μήπως ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει Θεὸς στὸν ἰσραηλιτικὸ λαό, γι᾿ αὐτὸ ἀπέστειλες ἐσὺ ἀνθρώπους νὰ συμβουλευθοῦν τὸν Βάαλ τὸν θεὸ τῶν μυιῶν στὴν πόλι ᾿Ακκαρών; Δὲν εἶναι ὀρθὸ αὐτό. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴν κλίνη στὴν ὁποίαν ἀνέβηκες ἀσθενήσας δὲν θὰ κατέλθεις ἀπὸ αὐτὴν ὑγιής, διότι θὰ πεθάνεις ἐξάπαντος. Ϝ ῾Ο ᾿Ηλίας ὁμίλησε πρὸς τὸν βασιλέα καὶ εἶπε· Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος. Διατί ἔστειλες ἀνθρώπους πρὸς τὸν Βάαλ τὸν θεὸ τῶν μυιῶν ἐν ᾿Ακκαρών; Δὲν εἶναι αὐτὸ ὀρθό. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴν κλίνη, ἐπάνω τῆς ὁποίας ἀνέβηκες ἀσθενής, δὲν θὰ κατέλθεις ὑγιής, διότι ἐξάπαντος θὰ πεθάνεις.

Τὸ μήνυμα εἶναι σαφὲς σὲ ὅσους καταφεύγουν στοὺς μάγους. «Εἰ παρὰ τὸ μὴ εἶναι Θεὸν ἐν ᾿Ισραὴλ σὺ πορεύῃ ἐπιζητῆσαι ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών;» Αὐτὸ σημαίνει· γιατί καταφεύγετε στοὺς μάγους; Δὲν ὑπάρχει ὁ ζωντανὸς καὶ ἀληθινὸς Θεός;

Στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Παραλειπομένων γίνεται ἕνα σχόλιο γιὰ τὴν ἀσθένεια τοῦ βασιλέως ᾿Ασά (956-915 π. Χ.), (τὸ ὄνομά του σημαίνει θεραπευτής), τρίτος βασιλέας τοῦ ᾿Ισραήλ, ὁ ὁποῖος στὴν ἀσθένειά του δὲν ζήτησε βοήθεια ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς καὶ τελικὰ πέθανε (914 π. Χ.). «Καὶ ἰδοὺ οἱ λόγοι ᾿Ασὰ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι γεγραμμένοι ἐν βιβλίῳ βασιλέων ᾿Ιούδα καὶ ᾿Ισραήλ. καὶ ἐμαλακίσθη ᾿Ασὰ ἐν τῷ ἔτει τῷ ἐνάτῳ καὶ τριακοστῷ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τοὺς πόδας, ἕως σφόδρα ἐμαλακίσθη· καὶ ἐν τῇ μαλακίᾳ αὐτοῦ οὐκ ἐζήτησε τὸν Κύριον, ἀλλὰ τοὺς ἰατρούς. καὶ ἐκοιμήθη ᾿Ασὰ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτελεύτησεν ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ μνήματι, ᾧ ὤρυξεν ἑαυτῷ ἐν πόλει Δαυΐδ, καὶ ἐκοίμισαν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ ἔπλησαν ἀρωμάτων καὶ γένη μύρων μυρεψῶν καὶ ἐποίησαν αὐτῷ ἐκφορὰν μεγάλην ἕως σφόδρα». Δηλαδή· ᾿Ιδού, τὰ ἄλλα ἔργα τοῦ ᾿Ασὰ τὰ πρῶτα καὶ τὰ τελευταῖα, εἶναι γραμμένα στὸ βιβλίο τῶν βασιλέων τοῦ ᾿Ιούδα καὶ τοῦ ᾿Ισραήλ. ῾Ο ᾿Ασὰ κατὰ τὸ τριακοστὸ ἔνατο ἔτος τῆς βασιλείας του προσβλήθηκε ἀπὸ ἀσθένεια στὰ πόδια του καὶ ὑπέφερε πάρα πολύ. Κατὰ τὴν ἀσθένειά του αὐτὴ δὲν ζήτησε τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κατέφυγε στοὺς ἰατρούς. ῾Ο ᾿Ασὰ πέθανε καὶ τάφηκε μαζὶ μὲ τοὺς πατέρες του. Πέθανε δὲ κατὰ τὸ τεσσαρακοστὸ ἔτος τῆς βασιλείας του. ῎Εθαψαν αὐτὸν στὸ μνημεῖο, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό του εἶχε ἀνοίξει στὴν πόλι τοῦ Δαυίδ. Τὸν τοποθέτησαν στὸ νεκροκράββατο, ποὺ εἶχαν γεμίσει μὲ ἀρώματα καὶ διάφορα ἄλλα εἴδη μύρων, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουν οἱ μυροποιοί. ῎Εκαμαν ἔτσι σ᾿ αὐτὸν πολὺ μεγάλη καὶ ἐπίσημη κηδεία.

δ´. ῾Ο Θεὸς θεραπεύει

῾Η ῾Αγία Γραφὴ μᾶς διδάσκει ὅτι·

* ῾Ο Θεὸς εἶναι κύριος τῆς ζωῆς καὶ θεραπευτὴς τοῦ ἀνθρώπου. «Τέκνον, ἐν ἀρρωστήματί σου μὴ παράβλεπε, ἀλλ᾿ εὖξαι Κυρίῳ, καὶ αὐτὸς ἰάσεταί σε. ἀπόστησον πλημμέλειαν καὶ εὔθυνον χεῖρας, καὶ ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας καθάρισον καρδίαν. δὸς εὐωδίαν καὶ μνημόσυνον σεμιδάλεως καὶ λίπανον προσφορὰν ὡς μὴ ὑπάρχων. καὶ ἰατρῷ δὸς τόπον, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος, καὶ μὴ ἀποστήτω σου, καὶ γὰρ αὐτοῦ χρεία. ἔστι καιρὸς ὅτε καὶ ἐν χερσὶν αὐτῶν εὐοδία· καὶ γὰρ αὐτοὶ Κυρίου δεηθήσονται, ἵνα εὐοδώσῃ αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καὶ ἴασιν χάριν ἐμβιώσεως». Δηλαδή· Παιδί μου στὴν ἀσθένειά σου μὴ παραμελεῖς καὶ μὴ ἀδιαφορεῖς, ἀλλὰ προσευχήσου στὸν Κύριο καὶ Αὐτὸς θὰ σὲ ἰατρεύσει. Διῶξε μακρυὰ κάθε σφάλμα καὶ φταίξιμο καὶ κατάστησε τὰ χέρια σου εὐθεία, ὥστε νὰ μὴ παρεκκλίνουν στὸ κακό, καὶ καθάρισε τὴν καρδιά σου ἀπὸ τοὺς μολυσμοὺς τῆς ἁμαρτίας. Πρόσφερε εὐῶδες θυμίαμα καὶ θυσία ἀναίμακτο ἀπὸ ἀλεύρι ἐκλεκτὸ στὴν μνήμη σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ δῶσε πλούσια καὶ παχεία τὴν προσφορά σου, σὰν νὰ πρόκειται νὰ μὴν ὑπάρχεις πλέον στὴν ζωή. Καὶ στὸν ἰατρὸ δῶσε θέσι, διότι ὁ Κύριος ἐποίησε αὐτὸν καὶ ἂς μὴ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ σένα, διότι τὸν ἔχεις ἀνάγκη. ῾Υπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποία καὶ στὰ χέρια τῶν ἰατρῶν ὑπάρχει ἐπιτυχία καὶ κατευόδωσις τῆς θεραπευτικῆς προσπάθειας. Διότι καὶ αὐτοὶ θὰ παρακαλέσουν τὸν Κύριο, γιὰ νὰ κατευοδώσει καὶ κατευθύνει μὲ ἐπιτυχία τὶς προσπάθειές τους πρὸς ἀνάπαυσι καὶ θεραπεία ἀπὸ τὴν νόσο, πρὸς ἐπιβίωσι καὶ ἐξακολούθησι τῆς ζωῆς τοῦ πάσχοντος.

* ῾Ο Θεὸς δίδει τὰ πλήγματα καὶ τὴν θεραπεία. «῎Ιδετε ἴδετε ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ· ἐγὼ ἀποκτενῶ καὶ ζῆν ποιήσω, πατάξω κἀγὼ ἰάσομαι, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἐξελεῖται ἐκ τῶν χειρῶν μου». Δηλαδή· Προσέξτε λοιπόν, προσέξτε καὶ ἐννοήσατε ὅτι ᾿Εγὼ καὶ μόνον ᾿Εγὼ ὑπάρχω. Δὲν ὑπάρχει Θεὸς ἐκτὸς ἀπὸ μένα. ᾿Εγὼ καὶ μόνο μπορῶ νὰ θανατώσω καὶ νὰ δώσω ζωή. Μπορῶ νὰ κτυπήσω, νὰ πληγώσω καὶ νὰ θεραπεύσω. Κανεὶς δὲν εἶναι σὲ θέσι νὰ βγάλει καὶ νὰ πάρει κάποιον ἀπὸ τὰ χέρια μου.

«Πορευθῶμεν καὶ ἐπιστρέψωμεν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ὅτι αὐτὸς ἥρπακε καὶ ἰάσεται ἡμᾶς, πατάξει καὶ μοτώσει ἡμᾶς· ὑγιάσει ἡμᾶς μετὰ δύο ἡμέρας, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἐξαναστησόμεθα καὶ ζησόμεθα ἐνώπιον αὐτοῦ». Δηλαδή· ᾿Εμπρὸς ἂς μετανοήσουμε καὶ ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν κύριο τὸν Θεό μας, διότι Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔχει ἁρπάσει, Αὐτὸς καὶ θὰ μᾶς θεραπεύσει· Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔχει μαστιγώσει, Αὐτὸς θὰ ἐπιδέσει καὶ θὰ ἐπουλώσει τὶς πληγές μας. Πολὺ σύντομα, ὕστερα ἀπὸ δυὸ μόλις ἡμέρες, θὰ μᾶς κάνει ὑγιεῖς, θὰ μᾶς ἀναζωογονήσει· καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου καὶ θὰ ζήσουμε κάτω ἀπὸ τὸ προστατευτικὸ βλέμμα του.

* ῾Ο Θεὸς εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν ἰατρὸς τοῦ ἀνθρώπου. «Καὶ εἶπεν· ἐὰν ἀκοῇ ἀκούσῃς τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ τὰ ἀρεστὰ ἐναντίον αὐτοῦ ποιήσῃς καὶ ἐνωτίσῃ ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ καὶ φυλάξῃς πάντα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, πᾶσαν νόσον, ἣν ἐπήγαγον τοῖς Αἰγυπτίοις, οὐκ ἐπάξω ἐπὶ σέ· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἰώμενός σε». Δηλαδή· Καὶ εἶπε· ἐὰν μὲ προσοχὴ ὑπακούσεις στὶς ἐντολὲς αὐτὲς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ σου καὶ πράξεις ὅσα εἶναι εὐάρεστα σ᾿ αὐτὸν καὶ βάλεις μέσα στὴν καρδιά σου τὶς ἐντολές του καὶ φυλάξεις ὅλα τὰ προστάγματά του, τότε δὲν θὰ ἐπιφέρω ἐναντίον σου καμμία ἀσθένεια. ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ ἐπέφερα κατὰ τῶν Αἰγυπτίων. Διότι ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου, ποὺ ἔχω τὴν δύναμι νὰ σὲ θεραπεύω καὶ νὰ σὲ προφυλάσσω ἀπὸ νόσους καὶ συμφορές.

* ῾Ο ῎Αγγελος ποὺ ἐστάλη νὰ θεραπεύσει τὴν Σάρρα, θυγατέρα Ραγουὴλ καὶ γυναίκα τοῦ Τωβία, ὀνομάζεται Ραφαὴλ δηλαδὴ ὁ Θεὸς θεραπεύει. «Καὶ εἰσηκούσθη προσευχὴ ἀμφοτέρων ἐνώπιον τῆς δόξης τοῦ μεγάλου ῾Ραφαήλ, καὶ ἀπεστάλη ἰάσασθαι τοὺς δύο, τοῦ Τωβὶτ λεπίσαι τὰ λευκώματα καὶ Σάρραν τὴν τοῦ ῾Ραγουὴλ δοῦναι Τωβίᾳ τῷ υἱῷ Τωβὶτ γυναῖκα καὶ δῆσαι ᾿Ασμοδαῖον τὸ πονηρὸν δαιμόνιον, διότι Τωβίᾳ ἐπιβάλλει κληρονομῆσαι αὐτήν. ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ ἐπιστρέψας Τωβὶτ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ Σάρρα ἡ τοῦ ῾Ραγουὴλ κατέβη ἐκ τοῦ ὑπερῴου αὐτῆς». Δηλαδή· ῾Η προσευχὴ καὶ τῶν δύο, τῆς Σάρρας δηλαδὴ καὶ τοῦ Τωβίτ, εἰσακούσθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνώπιον τοῦ ἔνδοξου καὶ μεγάλου ἀρχαγγέλου Ραφαὴλ καὶ ἔστειλε ὁ Θεὸς τὸν Ραφαὴλ γιὰ νὰ θεραπεύσει καὶ βοηθήσει καὶ τοὺς δύο. ᾿Αποστολή του ἦταν νὰ ἀφαιρέσει τὰ λευκὰ στίγματα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Τωβὶτ καὶ νὰ δώσει ὡς σύζυγο στὸν Τωβία, τὸν υἱὸ τοῦ Τωβίτ, τὴν κόρη τοῦ Ραγουὴλ Σάρρα. ᾿Αποστολὴ τοῦ Ραφαὴλ ἐπίσης ἦταν νὰ ἐμποδίσει τὸ πονηρὸ διαμόνιο, τὸν ᾿Ασμοδαῖο, γιὰ νὰ μὴν θανατώσει καὶ τὸν Τωβία, ὅπως τοὺς ἄλλους συζύγους τῆς Σάρρας, διότι ἦταν σχέδιο καὶ θέλημα Θεοῦ νὰ κληρονομήσει τὴν Σάρρα ὀ Τωβίας. Καὶ ἀφοῦ τελείωσαν τὴν προσευχή τους, ὁ μὲν Τωβίτ, στράφηκε καὶ εἰσῆλθε στὸν οἶκο του, ἡ δὲ Σάρρα, ἡ κόρη τοῦ Ραγουήλ, κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὑπερῶο, ὅπου προσευχόταν καὶ εἰσῆλθε καὶ αὐτὴ στὸν οἶκο της.

* Οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ προφῆτες τοῦ Κυρίου ἦσαν θεραπευτές. Στοὺς ἱερεῖς ἀπευθύνονταν οἱ ἀσθενεῖς γιὰ νὰ θεραπευθοῦν, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ νομοθεσία τοῦ Θεοῦ· «καὶ γένηται ἡ ἁφὴ χλωρίζουσα ἢ πυρρίζουσα ἐν τῷ δέρματι, ἢ ἐν τῷ ἱματίῳ, ἢ ἐν τῷ στήμονι, ἢ ἐν τῇ κρόκῃ, ἢ ἐν παντὶ σκεύει ἐργασίμῳ δέρματος, ἁφὴ λέπρας ἐστί, καὶ δείξει τῷ ἱερεῖ». Δηλαδή· Καὶ ἐὰν συμβεῖ, ὥστε τὸ σύμπτωμα αὐτὸ νὰ πρασινίζει, ἢ νὰ ξανθοκοκκινίζει στὸ δέρμα, ἢ στὸ ἔνδυμα, ἢ στὸ στημόνι, ἢ στὸ ὑφάδι, ἢ σὲ κάθε δερμάτινο σκεῦος, ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ σὲ ἐργασία, πρόκειται περὶ λέπρας. ῾Ο δὲ ἄνθρωπος, στὸν ὁποῖο ἀνήκουν τὰ ἀντικείμενα αὐτά, πρέπει νὰ τὰ δείξει στὸν ἱερέα. «Οὗτος ὁ νόμος τοῦ λεπροῦ, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ καθαρισθῇ· καὶ προσαχθήσεται πρὸς τὸν ἱερέα». Δηλαδή· Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, ποὺ ἀφορᾶ τὸν λεπρὸ καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθεῖ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ καθαρισμοῦ του. Θὰ ὁδηγηθεῖ πρὸς τὸν ἱερέα.

῾Ομοίως καὶ στὸν προφήτη ᾿Αχιὰ ἀπευθύνθηκε ὁ ῾Ιεροβοάμ (975-953 π. Χ.) γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ὁ υἱός του ᾿Αβιὰ κατὰ τὴν Γ´ Βασιλειῶν· «᾿Εν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἠρρώστησεν ᾿Αβιὰ υἱὸς ῾Ιεροβοὰμ καὶ εἶπεν ὁ ῾Ιεροβοὰμ πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀνάστηθι καὶ ἀλλοιωθήσῃ, καὶ οὐ γνώσονται ὅτι σὺ γυνὴ ῾Ιεροβοάμ, καὶ πορευθήσῃ εἰς Σηλώ· καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ ᾿Αχιὰ ὁ προφήτης, αὐτὸς ἐλάλησεν ἐμὲ τοῦ βασιλεῦσαι ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦτον. καὶ λαβὲ εἰς τὴν χεῖρά σου τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ ἄρτους καὶ κολλυρίδα τοῖς τέκνοις αὐτοῦ καὶ σταφίδας καὶ στάμνον μέλιτος, καὶ ἐλεύσῃ πρὸς αὐτόν. αὐτὸς ἀναγγείλῃ σοι τί ἔσται τῷ παιδί. καὶ ἐποίησεν οὕτως γυνὴ ῾Ιεροβοάμ· καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη εἰς Σηλώ, καὶ εἰσῆλθεν ἐν οἴκῳ ᾿Αχιά· καὶ ὁ ἄνθρωπος πρεσβύτερος τοῦ ἰδεῖν, καὶ ἠμβλυώπουν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἀπὸ γήρους αὐτοῦ. καὶ Κύριος εἶπε πρὸς ᾿Αχιά· ἰδοὺ γυνὴ τοῦ ῾Ιεροβοὰμ εἰσέρχεται τοῦ ἐκζητῆσαι ῥῆμα παρὰ σοῦ περὶ υἱοῦ αὐτῆς, ὅτι ἄρρωστος ἐστι· κατὰ τοῦτο καὶ κατὰ τοῦτο λαλήσεις πρὸς αὐτήν. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἰσέρχεσθαι αὐτὴν καὶ αὐτὴ ἀπεξενοῦτο. καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ᾿Αχιὰ τὴν φωνὴν ποδῶν αὐτῆς, εἰσερχομένης αὐτῆς ἐν τῷ ἀνοίγματι, καὶ εἶπεν· εἴσελθε, γυνὴ ῾Ιεροβοάμ· ἱνατί σὺ τοῦτο ἀποξενοῦσαι; καὶ ἐγώ εἰμι ἀπόστολος πρός σε σκληρός. πορευθεῖσα εἰπὸν τῷ ῾Ιεροβοάμ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ· ἀνθ᾿ οὗ ὅσον ὕψωσά σε ἀπὸ μέσου λαοῦ καὶ ἔδωκά σε ἡγούμενον ἐπὶ τὸν λαόν μου ᾿Ισραήλ, καὶ ἔρρηξα σὺν τὸ βασίλειον ἀπὸ τοῦ οἴκου Δαυῒδ καὶ ἔδωκα αὐτό σοι καὶ οὐκ ἐγένου ὡς ὁ δοῦλός μου Δαυΐδ, ὃς ἐφύλαξε τὰς ἐντολάς μου καὶ ὃς ἐπορεύθη ὀπίσω μου ἐν πάσῃ καρδίᾳ αὐτοῦ ποιῆσαι ἕκαστος τὸ εὐθὲς ἐν ὀφθαλμοῖς μου· καὶ ἐπονηρεύσω τοῦ ποιῆσαι παρὰ παντός, ὅσοι ἐγένοντο εἰς πρόσωπόν σου καὶ ἐπορεύθης καὶ ἐποίησας σεαυτῷ θεοὺς ἑτέρους χωνευτὰ τοῦ παροργίσαι με καὶ ἐμὲ ἔρριψας ὀπίσω σώματός σου· διὰ τοῦτο ἐγὼ ἄγω κακίαν πρός σε εἰς οἶκον ῾Ιεροβοάμ· ἐξολοθρεύσω τοῦ ῾Ιεροβοὰμ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον ἐχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν ᾿Ισραὴλ καὶ ἐπιλέξω οἴκου ῾Ιεροβοάμ, καθὼς ἐπιλέγεται ἡ κόπρος, ὡς τελειωθῆναι αὐτόν· οἱ τεθνηκότες τοῦ ῾Ιεροβοὰμ ἐν τῇ πόλει, καταφάγονται οἱ κύνες, καὶ τὸν τεθνηκότα ἐν τῷ ἀγρῷ καταφάγονται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι Κύριος ἐλάλησε. καὶ σὺ ἀναστᾶσα πορεύθητι εἰς τὸν οἶκόν σου· ἐν τῷ εἰσέρχεσθαι πόδα σου τὴν πόλιν, ἀποθανεῖται τὸ παιδάριον· καὶ κόψονται αὐτὸν πᾶς ᾿Ισραὴλ καὶ θάψουσιν αὐτόν, ὅτι οὗτος μόνος εἰσελεύσεται τῷ ῾Ιεροβοὰμ πρὸς τάφον, ὅτι εὑρέθη ἐν αὐτῷ ῥῆμα καλὸν περὶ τοῦ Κυρίου Θεοῦ ᾿Ισραὴλ ἐν οἴκω ῾Ιεροβοάμ». Δηλαδή· Κατὰ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ἀρρώστησε ὁ ᾿Αβιά, ὁ υἱὸς τοῦ ῾Ιεροβοάμ. Καὶ εἶπε ὁ ῾Ιεροβοὰμ στὴν γυναίκα του. Σήκω, ἄλλαξε τὴν ἐνδυμασία σου, ὥστε νὰ μὴν ἀναγνωρίζεσαι ὅτι εἶσαι σύζυγος τοῦ ῾Ιεροβοὰμ καὶ πήγαινε στὴν Σηλώ. ᾿Ιδού, ἐκεῖ εὑρίσκεται ὁ προφήτης ᾿Αχιά, ὁ ὁποῖος προφήτευσε ἄλλοτε, ὅτι θὰ βασιλεύσω στὸν λαὸ αὐτό. Πάρε μαζί σου γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὸ τοῦ Θεοῦ σὰν δῶρο ἄρτους καὶ κουλούρια γιὰ τὰ τέκνα του, σταφίδα καὶ μία στάμνα μέλι. Αὐτὸς δὲ θὰ σοῦ ἀναγγείλει, τί θὰ συμβεῖ σχετικὰ μὲ τὴν ἀσθένεια τοῦ παιδιοῦ μας. ῾Η γυναίκα τοῦ ῾Ιεροβοὰμ ἔκαμε, ὅπως τῆς εἶπε· σηκώθηκε καὶ πορεύθηκε στὴν Σηλώ καὶ εἰσῆλθε στὸν οἶκο τοῦ ᾿Αχιά. ῾Ο ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν γέροντας καὶ τὰ μάτια του ἔβλεπαν θαμπὰ ἐξ αἰτίας τοῦ γήρατός του. ῾Ο Κύριος εἶπε πρὸς τὸν ᾿Αχιά· ᾿Ιδού, ἡ γυναίκα τοῦ ῾Ιεροβοὰμ ἔρχεται νὰ ζητήσει τὴν γνώμη σου γιὰ τὸν υἱό της, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀσθενής. ῞Οπως ἐγὼ θὰ σοῦ ἀποκαλύψω, θὰ ἀπαντήσεις πρὸς αὐτή. ῞Οταν ἡ γυναίκα τοῦ ῾Ιεροβοὰμ εἰσῆλθε στὸν οἶκο τοῦ ᾿Αχιά, προσεποιεῖτο ὅτι δὲν ἦταν ἡ σύζυγος τοῦ ῾Ιεροβοάμ. ῾Ο ᾿Αχιὰ λοιπόν, ὅταν ἄκουσε τὸν θόρυβο τῶν βημάτων της, καὶ τὴν στιγμὴ ποὺ εἰσερχόταν στὴν θύρα τῆς οἰκίας, εἶπε πρὸς αὐτή.· Γυναίκα τοῦ ῾Ιεροβοὰμ γιατί προσπαθεῖς νὰ παρουσιασθεῖς ὅτι εἶσαι ἄλλη γυναίκα; ᾿Εγὼ εἶμαι γιὰ σὲ ἀγγελιαφόρος λυπηρῶν εἰδήσεων. Πήγαινε καὶ εἰπὲ στὸν ῾Ιεροβοάμ· αὐτὰ λέγει Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραηλιτικοῦ λαοῦ. ᾿Αντὶ τῶν τόσο μεγάλων εὐεργεσιῶν μου πρὸς ἐσένα, νὰ σὲ ἐκλέξω ἀπὸ ὅλο τὸν ᾿Ισραηλιτικὸ λαὸ καὶ νὰ σὲ κάμω βασιλέα τοῦ ᾿Ισραηλιτικοῦ μου λαοῦ, - καὶ πρὸς τοῦτο νὰ διαρρήξω τὴν βασιλεία τοῦ οἴκου Δαυὶδ καὶ νὰ τὴν δώσω σὲ σένα - σὺ δὲν ἔγινες ὅπως ὁ Δαυὶδ ὁ ὁποῖος τήρησε τὶς ἐντολές μου καὶ μὲ ἀκολούθησε μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ ἔπραττε πάντοτε τὸ ὀρθὸ ἐνώπιόν μου. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἐσὺ ἀσέβησες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ᾿Ισραηλίτη, ποὺ ἔζησε σὲ προγενέστερη ἐποχή. Πορεύθηκες καὶ κατασκεύασες ἄλλους θεοὺς ἀπὸ μέταλλο, ποὺ χύθηκε σὲ εἰδικὸ καλούπι καὶ μὲ ἔκαμες νὰ ὀργισθῶ, διότι μὲ ἔρριψες ἔτσι ὄπισθέν σου. Γι᾿ αὐτὸ ἐγὼ ἀποστέλλω τιμωρία ἐναντίον τοῦ οἴκου ῾Ιεροβοάμ. Θὰ καταστρέψω κάθε ἀρσενικὸ τοῦ οἴκου ῾Ιεροβοὰμ εἴτε δοῦλο εἴτε ἐλεύθερο. Θὰ σαρώσω τὴν οἰκογένεια τοῦ ῾Ιεροβοάμ, ὅπως σαρώνεται ἡ κόπρος, μέχρις ὅτου δὲν θὰ μείνει οὔτε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του. Οἱ νεκροὶ τῆς οἰκογένειας τοῦ ῾Ιεροβοὰμ δὲν θὰ θάβωνται ἀπὸ κανένα, θὰ τοὺς τρώγουν οἱ κύνες, οἱ δὲ νεκροὶ στοὺς ἀγροὺς θὰ τρώγωνται ἀπὸ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτὰ θὰ γίνουν διότι ὁ Κύριος τὸ εἶπε. Σὺ δὲ ἑτοιμάσου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. ῞Οταν πατήσεις τὸ πόδι σου στὴν εἴσοδο τῆς πόλεως, θὰ πεθάνει τὸ παιδί σας. Θὰ πενθήσουν αὐτὸ καὶ θὰ τὸ θάψουν, διότι αὐτὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ ῾Ιεροβοὰμ θὰ ἐνταφιασθεῖ, ἐπειδὴ γι᾿ αὐτὸ βρέθηκε κάποιος καλὸς λόγος παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ τοῦ ᾿Ισραήλ.

῾Ο ῾Ιεροβοὰμ εἶναι ὁ πρῶτος βασιλέας τοῦ ᾿Ισραὴλ 975-953 π. Χ., δηλαδὴ τῶν δέκα φυλῶν τῶν ῾Εβραίων ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ ᾿Ιακώβ. Τὸ βασίλειο τοῦ ᾿Ιούδα ἀποτελοῦσαν οἱ δύο φυλές, ᾿Ιούδα καὶ Βενιαμίν. Αὐτὸς ὁ ῾Ιεροβοὰμ ἀπέκοψε τὸν λαὸ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ πίστι, εἰσήγαγε τὴν εἰδωλολατρεία καὶ ἀναδείκνυε ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς ἀπὸ τὶς ταπεινότερες τάξεις τοῦ λαοῦ. ῾Ο Θεὸς μὲ πολλὰ θαύματα προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς προσπάθειες τοῦ Θεοῦ ἦταν καὶ ὁ πρόωρος θάνατος τοῦ υἱοῦ του.

Καὶ στὸν προφήτη ῾Ελισαῖο, μαθητὴ καὶ διάδοχο τοῦ προφήτου ᾿Ηλία, ἀπευθύνθηκε ἡ Σωμανῖτις γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ὁ υἱός της. «Καὶ ἡδρύνθη τὸ παιδάριον· καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἐξῆλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ πρὸς τοὺς θερίζοντας, καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· τὴν κεφαλήν μου, τὴν κεφαλήν μου· καὶ εἶπε τῷ παιδαρίῳ· ἆρον αὐτὸν πρὸς τὴν μητέρα αὐτοῦ. καὶ ἦρεν αὐτὸν πρὸς τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τῶν γονάτων αὐτῆς ἕως μεσημβρίας καὶ ἀπέθανε. καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν κλίνην τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκλεισε κατ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐξῆλθε. καὶ ἐκάλεσε τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ εἶπεν· ἀπόστειλον δή μοι ἓν τῶν παιδαρίων καὶ μίαν τῶν ὄνων, καὶ δραμοῦμαι ἕως τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιστρέψω. καὶ εἶπε· τί ὅτι σὺ πορεύῃ πρὸς αὐτὸν σήμερον; οὐ νεομηνία οὐδὲ σάββατον. ἡ δὲ εἶπεν· εἰρήνη. καὶ ἐπέσαξε τὴν ὄνον καὶ εἶπε πρὸς τὸ παιδάριον αὐτῆς· ἄγε πορεύου, μὴ ἐπίσχῃς μοι τοῦ ἐπιβῆναι, ὅτι ἐὰν εἴπω σοι· δεῦρο καὶ πορεύσῃ καὶ ἐλεύσῃ πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ εἰς ὄρος τὸ Καρμήλιον. καὶ ἐπορεύθη καὶ ἦλθεν ἕως τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ὄρος. καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν ῾Ελισαιὲ ἐρχομένην αὐτήν, καὶ εἶπε πρὸς Γιεζὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ· ἰδοὺ δὴ ἡ Σωμανῖτις ἐκείνη· νῦν δράμε εἰς ἀπαντὴν αὐτῆς καὶ ἐρεῖς· εἰ εἰρήνη σοι; εἰ εἰρήνη τῷ ἀνδρί σου; εἰ εἰρήνη τῷ παιδαρίῳ; ἡ δὲ εἶπεν· εἰρήνη. καὶ ἦλθε πρὸς ῾Ελισαιὲ εἰς τὸ ὄρος καὶ ἐπελάβετο τῶν ποδῶν αὐτοῦ. καὶ ἤγγισε Γιεζὶ ἀπώσασθαι αὐτήν, καὶ εἶπεν ῾Ελισαιέ· ἄφες αὐτήν, ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτῆς κατώδυνος αὐτῇ, καὶ Κύριος ἀπέκρυψεν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ οὐκ ἀνήγγειλέ μοι. ἡ δὲ εἶπε· μὴ ᾐτησάμην υἱὸν παρὰ τοῦ Κυρίου μου; ὅτι οὐκ εἶπα· οὐ πλανήσεις μετ᾿ ἐμοῦ; καὶ εἶπεν ῾Ελισαιὲ τῷ Γιεζί· ζῶσαι τὴν ὀσφύν σου καὶ λαβὲ τὴν βακτηρίαν μου ἐν τῇ χειρί σου καὶ δεῦρο· ὅτι ἐὰν εὕρῃς ἄνδρα, οὐκ εὐλογήσεις αὐτόν, καὶ ἐὰν εὐλογήσῃ σε ἀνήρ, οὐκ ἀποκριθήσῃ αὐτῷ· καὶ ἐπιθήσεις τὴν βακτηρίαν μου ἐπὶ πρόσωπον τοῦ παιδαρίου. καὶ εἶπεν ἡ μήτηρ τοῦ παιδαρίου· ζῇ Κύριος καὶ ζῇ ἡ ψυχή σου, εἰ ἐγκαταλείψω σε· καὶ ἀνέστη ῾Ελισαιὲ καὶ ἐπορεύθη ὀπίσω αὐτῆς. καὶ Γιεζὶ διῆλθεν ἔμπροσθεν αὐτῆς καὶ ἐπέθηκε τὴν βακτηρίαν ἐπὶ πρόσωπον τοῦ παιδαρίου, καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις· καὶ ἐπέστρεψεν εἰς ἀπαντὴν αὐτοῦ καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ λέγων· οὐκ ἠγέρθη τὸ παιδάριον. καὶ εἰσῆλθεν ῾Ελισαιὲ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἰδοὺ τὸ παιδάριον τεθνηκὸς κεκοιμισμένον ἐπὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ. καὶ εἰσῆλθεν ῾Ελισαιὲ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἀπέκλεισε τὴν θύραν κατὰ τῶν δύο ἑαυτῶν καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον· καὶ ἀνέβη καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τὸ παιδάριον καὶ ἔθηκε τὸ στόμα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ διέκαμψεν ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ διεθερμάνθη ἡ σὰρξ τοῦ παιδαρίου. καὶ ἐπέστρεψε καὶ ἐπορεύθη ἐν τῇ οἰκίᾳ ἔνθεν καὶ ἔνθεν καὶ ἀνέβη καὶ συνέκαμψεν ἐπὶ τὸ παιδάριον ἕως ἑπτάκις, καὶ ἤνοιξε τὸ παιδάριον τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ. καὶ ἐξεβόησεν ῾Ελισαιὲ πρὸς Γιεζὶ καὶ εἶπε· κάλεσον τὴν Σωμανῖτιν ταύτην· καὶ ἐκάλεσε, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτόν. καὶ εἶπεν ῾Ελισαιέ· λάβε τὸν υἱόν σου. καὶ εἰσῆλθεν ἡ γυνὴ καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἔλαβε τὸν υἱὸν αὐτῆς καὶ ἐξῆλθε». Δηλαδή· Τὸ παιδὶ μεγάλωσε καὶ κάποτε βγῆκε στὸν ἀγρό, ὅπου βρισκόταν ὁ πατέρας του καὶ οἱ θεριστές. Αἴφνης εἶπε πρὸς τὸν πατέρα του· τὸ κεφάλι μου, τὸ κεφάλι μου! ὁ δὲ πατέρας εἶπε πρὸς τὸν ὑπηρέτη του· πάρε τὸ παιδὶ καὶ φέρε το πρὸς τὴν μητέρα του. ῾Ο ὑπηρέτης πῆρε τὸ παιδὶ καὶ τὸ ἔφερε στὴν μητέρα του. Αὐτὸ κοιμήθηκε στὰ γόνατα τῆς μητέρας του ὡς τὸ μεσημέρι, ὁπότε πέθανε. ῾Η μητέρα του τὸ ἀνέβασε στὸ ὑπερῶο καὶ τὸ κοίμισε στὸ κρεβάτι τοῦ προφήτη ῾Ελισαίου. ῎Εκλεισε δὲ πίσω ἀπ’ αὐτὸ τὴν πόρτα καὶ βγῆκε. ῾Η γυναίκα ἔστειλε καὶ παρακάλεσε τὸν ἄνδρα της λέγουσα· στεῖλε μου σὲ παρακαλῶ ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες καὶ μία ἀπὸ τὶς ὄνους, διότι ἐγὼ θὰ σπεύσω ὡς ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ῾Ελισαῖος καὶ θὰ ἐπιστρέψω. ᾿Εκεῖνος τὴν ρώτησε· διατί σὺ σήμερα πηγαίνεις πρὸς αὐτόν; Δὲν εἶναι οὔτε πρώτη τοῦ μηνὸς οὔτε ἑορτὴ τοῦ Σαββάτου. ᾿Εκείνη τοῦ εἶπε· μὴν ἀνησυχεῖς, εἰρήνευε. Σαμάρωσε ἡ ἴδια τὴν ὄνο καὶ εἶπε πρὸς τὸν ὑπηρέτη της· ἐμπρός, πήγαινε, καὶ μὴν σταματήσεις τὴν πορεία, ἕως ὅτου ἐγὼ σοῦ πῶ. ᾿Εμπρὸς προχώρει. Θὰ μεταβοῦμε πρὸς τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν ῾Ελισαῖο, στὸ Καρμήλιον ὄρος. Πορεύθηκε ἡ γυναίκα αὐτὴ μὲ τὸν ὑπηρέτη της ὡς τὸ Καρμήλιον ὄρος, ὅπου εὑρίσκετο ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. ῞Οταν ὁ ῾Ελισαῖος τὴν εἶδε νὰ ἔρχεται εἶπε πρὸς τὸν ὑπηρέτη του τὸν Γιεζί· ἰδού, λοιπόν, ἡ Σωμανῖτις ἐκείνη γυναίκα. Τρέξε τώρα εἰς προϋπάντησί της καὶ θὰ τῆς πεῖς· εἶσαι ἐσὺ καλά; Εἶναι ὑγιὴς ὁ ἄνδρας σου; Εἶναι καλὰ τὸ παιδί σου; ᾿Εκείνη ἀπάντησε· εἴμαστε ὅλοι καλά. ῏Ηλθε πρὸς τὸν ῾Ελισαῖο στὸ ὄρος, ἔπεσε στὸ ἔδαφος καὶ ἔπιασε τὰ πόδια τοῦ προφήτη. ῾Ο Γιεζὶ πλησίασε, γιὰ νὰ τὴν ἀπωθήσει. ῾Ο ῾Ελισαῖος ὅμως εἶπε πρὸς αὐτόν· ἄφησέ την, γιατὶ ἡ καρδιά της εἶναι καταπικραμένη καὶ θλιμμένη, ὁ δὲ Κύριος ἀπέκρυψε ἀπὸ ἐμὲ καὶ δὲν μοῦ εἶπε τὴν αἰτία τοῦ πόνου της. ᾿Εκείνη τοῦ εἶπε· μήπως ἐγὼ ζήτησα ἀπὸ τὸν κύριό μου παιδί; Δὲν εἶπα πρὸς ἐσένα νὰ μὴν διαψεύσεις τὴν ἐλπίδα, ποὺ μοῦ ἔδωσες; Εἶπε τότε ὁ ῾Ελισαῖος πρὸς τὸν Γιεζί· ζῶσε τὴν μέση σου μὲ τὴν ζώνη, πάρε τὴν βακτηρία μου στὸ χέρι σου καὶ πήγαινε στὸν οἶκο αὐτῆς τῆς γυναίκας. ᾿Εὰν δέ συναντήσεις ἄνθρωπο στὸν δρόμο σου, δὲν θὰ τὸν χαιρετήσεις· καὶ ἂν ἐκεῖνος σὲ χαιρετήσει δὲν θὰ τοῦ ἀποκριθεῖς. Ταχέως θὰ φθάσεις στὸ σπίτι καὶ θὰ θέσεις τὴν βακτηρία μου στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ. ῾Η μητέρα τοῦ παιδιοῦ εἶπε πρὸς τὸν ῾Ελισαῖο· ὁρκίζομαι στὸν ζῶντα Θεὸ καὶ στὴν δική σου ζωή, ὅτι δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω. ῾Ο ῾Ελισαῖος σηκώθηκε καὶ ἀκολούθησε αὐτή ὡς τὸν οἶκο της. ῾Ο Γιεζὶ ὅμως προπορεύθηκε πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἔθεσε τὴν ράβδο στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ. ᾿Αλλὰ καμμία φωνὴ καὶ καμμία ἀκρόασις δὲν ὑπῆρξε ἐκ μέρους τοῦ παιδιοῦ. ῾Ο Γιεζὶ ἐπέστρεψε σὲ προϋπάντησι τοῦ ῾Ελισαίου καὶ ἀνήγγειλε σ᾿ αὐτόν, ὅτι τὸ παιδὶ δὲν σηκώθηκε ἀπὸ τὴν κλίνη του. ῾Ο ῾Ελισαῖος εἰσῆλθε στὸ σπίτι καὶ ἰδοὺ βλέπει τὸ παιδὶ νεκρὸ ξαπλωμένο ἐπάνω στὸ κρεβάτι του. Εἰσῆλθε στὸ δωμάτιο τοῦ ὑπερώου, ἔμεινε αὐτὸς μὲ τὸ νεκρὸ παιδὶ καὶ προσευχήθηκε πρὸς τὸν Κύριο. ᾿Ανέβηκε κατόπιν στὴν κλίνη, ξαπλώθηκε ἐπάνω στὸ παιδί, ἔθεσε τὸ στόμα του στὸ στόμα τοῦ παιδιοῦ καὶ τὰ μάτια του στὰ μάτια ἐκείνου καὶ τὰ χέρια του στὰ χέρια ἐκείνου, ξαπλώθηκε ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ καὶ ἔτσι τὸ σῶμα τοῦ παιδιοῦ θερμάνθηκε. ῾Ο ῾Ελισαῖος ἀποσύρθηκε, πῆγε ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ μέσα στὸ σπίτι, ἀνέβηκε πάλι στὴν κλίνη καὶ ξαπλώθηκε ἐπάνω στὸ παιδί, ὅπως καὶ προηγουμένως. Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε ἑπτὰ φορές. Τὸ δὲ παιδὶ ἄνοιξε τότε τοὺς ὀφθαλμούς του. ῾Ο ῾Ελισαῖος φώναξε τότε τὸν Γιεζὶ καὶ εἶπε· κάλεσε τὴν Σωμανίτιδα αὐτήν. Τὴν κάλεσε καὶ ἐκείνη εἰσῆλθε στὸ ὑπερῶο, ὅπου ἦταν αὐτός. ῾Ο ῾Ελισαῖος τῆς εἶπε· πάρε τὸ παιδί σου. ῾Η γυναίκα πλησίασε, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ῾Ελισαίου καὶ προσκύνησε μέχρι ἐδάφους. ῎Επειτα ἔλαβε τὸν υἱό της καὶ ἐξῆλθε.

Καὶ ὁ βασιλέας τῆς Συρίας Βέν-᾿Αδὰδ ἢ ῎Αδερ (953-929 π. Χ.) ἀπέστειλε τὸν ἀρχιστράτηγό του ᾿Αζαὴλ στὸν προφήτη ῾Ελισαῖο γιὰ νὰ ρωτήσει ἐὰν θὰ θεραπευθεῖ ὁ ἴδιος· «Καὶ ἦλθεν ῾Ελισαιὲ εἰς Δαμασκόν, καὶ υἱὸς ῎Αδερ βασιλεὺς Συρίας ἠρρώστει, καὶ ἀνήγγειλαν αὐτῷ λέγοντες· ἥκει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἕως ὧδε. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς ᾿Αζαήλ· λάβε ἐν τῇ χειρί σου μαναὰ καὶ δεῦρο εἰς ἀπαντὴν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιζήτησον τὸν Κύριον παρ᾿ αὐτοῦ λέγων· εἰ ζήσομαι ἐκ τῆς ἀρρωστίας μου ταύτης; καὶ ἐπορεύθη ᾿Αζαὴλ εἰς ἀπαντὴν αὐτοῦ καὶ ἔλαβε μαναὰ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ ἀγαθὰ Δαμασκοῦ, ἄρσιν τεσσαράκοντα καμήλων, καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ εἶπε πρὸς ῾Ελισαιέ· υἱός σου υἱὸς ῎Αδερ βασιλεὺς Συρίας ἀπέστειλέ με πρός σε ἐπερωτῆσαι λέγων· εἰ ζήσομαι ἐκ τῆς ἀρρωστίας μου ταύτης; καὶ εἶπεν ῾Ελισαιέ· δεῦρο εἰπὸν αὐτῷ· ζωῇ ζήσῃ· καὶ ἔδειξέ μοι Κύριος ὅτι θανάτω ἀποθανῇ. καὶ παρέστη τῷ προσώπῳ αὐτοῦ καὶ ἔθηκεν ἕως αἰσχύνης, καὶ ἔκλαυσεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. καὶ εἶπεν ᾿Αζαήλ· τί ὅτι ὁ κύριός μου κλαίει; καὶ εἶπεν· ὅτι οἶδα ὅσα ποιήσεις τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ κακά· τὰ ὀχυρώματα αὐτῶν ἐξαποστελεῖς ἐν πυρὶ καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτῶν ἐν ρομφαίᾳ ἀποκτενεῖς καὶ τὰ νήπια αὐτῶν ἐνσείσεις καὶ τὰς ἐν γαστρὶ ἐχούσας αὐτῶν ἀναρρήξεις. καὶ εἶπεν ᾿Αζαήλ· τίς ἐστιν ὁ δοῦλος σου ὁ κύων ὁ τεθνηκώς, ὅτι ποιήσει τὸ ῥῆμα τοῦτο; καὶ εἶπεν ῾Ελισαιέ· ἔδειξέ μοι Κύριός σε βασιλεύοντα ἐπὶ Συρίαν». Δηλαδή· ῎Επειτα ὁ ῾Ελισαῖος ἦλθε στὴν Δαμασκό. ῾Ο υἱὸς ῎Αδερ, ὁ βασιλέας τῆς Συρίας, ἦταν ἀσθενής. Εἶπαν δὲ οἱ ἄνθρωποί του στὸν βασιλέα· ἔχει ἔλθει ἕως ἐδῶ ὁ ῾Ελισαῖος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. ῾Ο βασιλέας εἶπε πρὸς τὸν ᾿Αζαήλ· πάρε στὰ χέρια σου δῶρα, πήγαινε νὰ συναντήσεις τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε διὰ μέσου αὐτοῦ νὰ μάθεις ἀπὸ τὸν Κύριο, ἐὰν θὰ θεραπευθῶ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά μου αὐτὴ καὶ θὰ ζήσω. ῾Ο ᾿Αζαὴλ ξεκίνησε πρὸς συνάντησι τοῦ ῾Ελισαίου. Πῆρε δῶρα πολλὰ στὰ χέρια του ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Δαμασκοῦ, σαράντα φορτώματα καμήλων. ῏Ηλθε καὶ στάθηκε ἐνώπιον τοῦ ῾Ελισαίου καὶ τοῦ εἶπε· ὁ υἱός σου, ὁ υἱὸς ῎Αδερ ὁ βασιλέας τῆς Συρίας, μὲ ἔστειλε σὲ σένα, γιὰ νὰ ρωτήσω ἐκ μέρους του λέγοντας· ἐὰν θὰ θεραπευθῶ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά μου αὐτή; ῾Ο ῾Ελισαῖος ἀπάντησε· πήγαινε καὶ πὲς σ᾿ αὐτόν· θὰ θεραπευθεῖς ἀπὸ τὴν ἀσθένειά σου καὶ θὰ ζήσεις. ῾Ο Κύριος ὅμως μοῦ ἔδειξε κάποιο ἄλλο τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ πεθάνεις. ῾Ο ῾Ελισαῖος προσήλωσε τὸ βλέμμα του ἐπὶ τοῦ ᾿Αζαήλ, τὸν παρατήρησε μέχρι ποὺ ἐκεῖνος ντράπηκε. ῾Ο ῾Ελισαῖος ἄρχισε νὰ κλαίει. ῾Ο ᾿Αζαὴλ τότε τὸν ρώτησε· γιατί κλαίει ὁ κύριός μου; Κλαίω, διότι γνωρίζω πόσα κακὰ θὰ κάμεις σὺ ἐναντίον τῶν ᾿Ισραηλιτῶν. Τὶς ὠχυρωμένες πόλεις τους θὰ παραδώσεις στὴν φωτιὰ καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἄνδρες τους θὰ φονεύσεις μὲ ρομφαία. Θὰ συντρίψεις τὰ κεφάλια τῶν νηπίων καὶ θὰ ἀνοίξεις τὶς κοιλιὲς τῶν ἐγκύων γυναικῶν. ῾Ο ᾿Αζαὴλ ἀπάντησε· ποιός εἶμαι ἐγὼ ὁ δοῦλος σου, ἐγὼ τὸ ψόφιο σκυλὶ ποὺ θὰ τολμήσω νὰ κάμω τὰ ἔργα αὐτά; ῾Ο ῾Ελισαῖος τοῦ ἀπάντησε· ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε πὼς θὰ γίνεις βασιλέας τῆς Συρίας.

Εἶναι παράδοξη ἡ προφητεία τοῦ ῾Ελισαίου γιὰ τὸν βασιλέα τῆς Συρίας· «Ζωῇ ζήσῃ καὶ ἔδειξέ μοι ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ»· δηλαδὴ ἡ μὲν ἀσθένεια αὐτοῦ δὲν εἶναι πρὸς θάνατο· αὐτὸς ὅμως θὰ πεθάνει. Τὴν προφητεία αὐτὴ ἐπαλήθευσε ὁ ᾿Αζαήλ, ὁ ὁποῖος τὸν ἔπνιξε μὲ βρεγμένο ὕφασμα καὶ ἔγινε αὐτὸς βασιλέας τῆς Συρίας.

῾Η θεραπεία τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας στὰ Σαρεπτὰ ἀπὸ τὸν προφήτη ᾿Ηλία (910 περίπου π. Χ.). «Καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἠρρώστησεν ὁ υἱὸς τῆς γυναικὸς τῆς κυρίας τοῦ οἴκου, καὶ ἦν ἡ ἀρρωστία αὐτοῦ κραταιὰ σφόδρα, ἕως οὐχ ὑπελείφθη ἐν αὐτῷ πνεῦμα. καὶ εἶπε πρὸς ᾿Ηλιού· τί ἐμοὶ καὶ σοί, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; εἰσῆλθες πρός με τοῦ ἀναμνῆσαι ἀδικίας μου καὶ θανατῶσαι τὸν υἱόν μου; καὶ εἶπεν ᾿Ηλιοὺ πρὸς τὴν γυναῖκα· δός μοι τὸν υἱόν σου. καὶ ἔλαβεν αὐτὸν ἐκ τοῦ κόλπου αὐτῆς καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν εἰς τὸ ὑπερῷον, ἐν ᾧ αὐτὸς ἐκάθητο ἐκεῖ, καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης. καὶ ἀνεβόησεν ᾿Ηλιού, καὶ εἶπεν· οἴμοι, Κύριε, ὁ μάρτυς τῆς χήρας, μεθ᾿ ἧς ἐγὼ κατοικῶ μετ᾿ αὐτῆς, σὺ κεκάκωκας τοῦ θανατῶσαι τὸν υἱὸν αὐτῆς. καὶ ἐνεφύσησε τῷ παιδαρίῳ τρὶς καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Κύριον καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπιστραφήτω δὴ ἡ ψυχὴ τοῦ παιδαρίου τούτου εἰς αὐτόν. καὶ ἐγένετο οὕτως, καὶ ἀνεβόησε τὸ παιδάριον. καὶ κατήγαγεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ὑπερῴου εἰς τὸν οἶκον καὶ ἔδωκεν αὐτὸ τῇ μητρὶ αὐτοῦ· καὶ εἶπεν ᾿Ηλιού· βλέπε, ζῇ ὁ υἱός σου. καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς ᾿Ηλιού· ἰδοὺ ἔγνωκα ὅτι σὺ ἄνθρωπος Θεοῦ καὶ ῥῆμα Κυρίου ἐν τῷ στόματί σου ἀληθινόν». Δηλαδή· Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ συνέβη νὰ ἀσθενήσει ὁ υἱὸς τῆς χήρας γυναίκας, τῆς κυρίας τοῦ οἴκου. ῾Η ἀσθένειά του ἦταν τόσο πολὺ σοβαρή, μέχρις ὅτου ἔπαυσε νὰ ἀναπνέει καὶ τελικὰ πέθανε. Καὶ ἡ γυναίκα εἶπε πρὸς τὸν ᾿Ηλία· Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ τί ζητᾶς ἀπὸ μένα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Εἰσῆλθες στὸν οἶκο μου γιὰ νὰ ὑπενθυμίσεις στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ μὲ τιμωρήσει γι᾿ αὐτὲς μὲ τὸν θάνατο τοῦ υἱοῦ μου; ῾Ο ᾿Ηλίας ἀπάντησε στὴν γυναίκα· Δῶσε μου τὸν υἱό σου. Καὶ ὁ προφήτης πῆρε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του καὶ τὸ ἀνέβασε στὸ ἀνώγειο δωμάτιο, στὸ ὁποῖο ἔμενε ὁ ἴδιος καὶ ἔθεσε αὐτὸ ἐπὶ τῆς κλίνης του. Καὶ ὁ ᾿Ηλίας προσευχήθηκε θερμὰ μὲ φωνὴ ἰσχυρὴ καὶ εἶπε· ‘Αλλοίμονο, Κύριε! Αὐτόπτης μάρτυρας τῆς δυστυχίας τῆς χήρας, ἡ ὁποία μὲ φιλοξενεῖ, εἶμαι ἐγώ! ᾿Εσὺ λοιπὸν ἔφθασες μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ θλίψεις αὐτὴν ἀφήνοντας νὰ πεθάνει ὁ υἱός της! ᾿Εμφύσησε ὁ προφήτης ᾿Ηλίας τρεῖς φορὲς στὸ παιδὶ τοῦτο, παρεκάλεσε θερμὰ τὸν Κύριο καὶ εἶπε· Κύριε, ὁ Θεός, ἂς ἐπιστρέψει ἡ ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ καὶ πάλι σ’ αὐτό. Καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἔτσι κι ἔγινε! Τὸ παιδὶ ξαναζωντάνευσε καὶ φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη. ῾Ο προφήτης κατέβασε αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὑπερῶο δωμάτιο, στὸν οἶκο καὶ τὸ παρέδωσε στὴν μητέρα του. Καὶ εἶπε ὁ ᾿Ηλίας· Βλέπε, ζεῖ ὁ υἱός σου. Καὶ ἡ γυναίκα εἶπε στὸν ᾿Ηλία· Νά, τώρα βεβαιώθηκα πλέον ἀπολύτως, ὅτι σὺ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ὁ πραγματικὸς λόγος, ποὺ ὑπάρχει στὸ στόμα σου, εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

Οἱ θεραπεῖες ποὺ ἀναφέρθηκαν καὶ ἔγιναν ἀπὸ τοὺς προφῆτες ᾿Ηλία καὶ ῾Ελισαῖο εἶναι θαύματα ποὺ ἔγιναν γιὰ ἕνα σκοπό. Νὰ δείξουν ὅτι ὁ Θεὸς σκύβει ἐπάνω στὴν ἀνθρωπότητα ποὺ ὑποφέρει, γιὰ νὰ τὴν ἀνακουφίσει ἀπὸ τὰ δεινά της.

Στοὺς Ψαλμοὺς οἱ ἀσθενεῖς παρουσιάζονται νὰ ἱκετεύουν τὸν Κύριο νὰ τοὺς θεραπεύσει, ὁμολογώντας τὰ σφάλματά τους.

* «Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου, καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα· καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε; ἐπίστρεψον, Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου, σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους σου. ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου· ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι; ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω. ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου, ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου. ἀπόστητε ἀπ᾿ ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅτι εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς τοῦ κλαυθμοῦ μου· ἤκουσε Κύριος τῆς δεήσεώς μου, Κύριος τὴν προσευχήν μου προσεδέξατο. αἰσχυνθείησαν καὶ ταραχθείησαν σφόδρα πάντες οἱ ἐχθροί μου, ἀποστραφείησαν καὶ καταισχυνθείη-

σαν σφόδρα διὰ τάχους». Δηλαδή· Κύριε, ἐπάνω στὸν δίκαιο θυμό σου μὴ μὲ τιμωρήσεις γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μὴ θελήσεις ἐπάνω στὴν δίκαιη ὀργή σου νὰ μὲ παιδαγωγήσεις χωρὶς ἔλεος. Τιμώρησέ με φιλάνθρωπα. Σπλαγχνίσου με, Κύριε, διότι σωματικὰ εἶμαι ἀπὸ τὸν θυμό σου κατερειπωμένος· ναί! Σὺ Κύριε, θεράπευσέ με διότι καὶ αὐτὰ τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τὴν πολλὴ λύπη, τὴν ἐσωτερική, κλονίσθηκαν. ᾿Αλλὰ καὶ ἡ ψυχή μου ταράχθηκε πάρα πολύ. Καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε θὰ εἶσαι ὠργισμένος ἐναντίον μου καὶ θὰ μὲ στερεῖς τοῦ ἐλέους σου; Κύριε, ἐλθὲ πάλι πλησίον μου· ἐλευθέρωσε τὴν ψυχή μου ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα, σῶσε με διὰ τῆς εὐσπλαγχνίας σου καὶ τὸ ἀνεξάντλητο ἔλεός Σου. Διότι μετὰ θάνατο δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ σὲ ἐνθυμεῖται, ὅπως ὅταν ζεῖ, μὲ ἐλπίδα συγχωρήσεως καὶ μετάνοιας. Στὸν ἔρημο, τῆς παρουσίας σου ἅδη, ποιός θὰ ἀναμέλψει ὕμνους στὸ φοβερὸ μεγαλεῖο σου; ᾿Εκοπίασα, ἀπέκαμα ἀπὸ τοὺς στεναγμούς μου γιὰ τὶς παρεκτροπές μου. ῎Ελουσα καὶ λούζω κάθε νύκτα τὸ κρεβάτι μου καὶ βρέχω τὸ στρῶμα μου μὲ τὰ ἄφθονα δάκρυά μου. Κλαίω συνεχῶς ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς σου καὶ ἀπὸ τὰ πύρινα δάκρυά μου μὲ πόνεσαν τὰ μάτια μου. Κατάντησα νὰ περιφρονοῦμαι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου σὰν ἔνδυμα παλιωμένο. ᾿Αλλὰ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου εἶναι ἄπειρο καὶ ἄβυσσος πολλὴ καὶ γιὰ τοῦτο σ᾿ αὐτὸ ἐλπίζω καὶ φωνάζω πρὸς τοὺς ἐχθρούς μου· φύγετε μακριὰ ἀπὸ μένα καταντροπιασμένοι, ὅσοι ἐργάζεσθε τὴν ἀνομία. Δὲν σᾶς φοβᾶμαι, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος δέχθηκε μὲ εὐμένεια καὶ πλῆθος οἰκτιρμῶν τὴν προσευχή, ποὺ μὲ δάκρυα καὶ κλαυθμοὺς τοῦ ἀπηύθυνα. ῎Ακουσε, ὁ Κύριος, τὴν δέησί μου. ῾Ο Κύριος εὐαρεστήθηκε νὰ κάμει δεκτὴ τὴν προσευχή μου. ῍Ας καταντροπιασθοῦν καὶ ἂς κυριευθοῦν ἀπὸ ταραχὴ ὅλοι οἱ ἐχθροί μου. ῍Ας ὑποχωρήσουν νικημένοι καὶ ἂς καταντροπιασθοῦν γρήγορα καὶ παρευθύς.

* «Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῆ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου. ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ. οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν· καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν. ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ· καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰσακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου, ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν. ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διὰ παντός. ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως· οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην. μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου». Δηλαδή· Κύριε, μὴ μὲ ἐλέγχεις μὲ τὸν θυμό σου καὶ μὴ μὲ παιδαγωγεῖς μὲ τὴν δίκαιη ὀργή σου. Διότι τὰ βέλη Σου ἔχουν ἐμπηχθεῖ στὸ σῶμα μου καὶ βαρειὰ κρατεῖς ἐπάνω μου τὴν χεῖρα Σου. Δὲν ὑπάρχει ὑγιὲς μέλος τοῦ σώματός μου ἐξ αἰτίας τῆς δίκαιης ὀργῆς Σου οὔτε ἡσυχία ἔχουν τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τὴν ἀνάμνησι τῶν ἁμαρτιῶν μου. Τὰ ἐξ αἰτίας τῆς ἀφροσύνης μου τραύματα τῶν ἁμαρτιῶν μου, βρώμησαν καὶ σάπησαν. Γι᾿ αὐτὸ εἶμαι ἕνας ταλαίπωρος καὶ βασανισμένος, κυρτωμένος τελείως καὶ ὅλες τὶς ἡμέρες μου βαδίζω μὲ τὸ πρόσωπο σκυθρωπό καὶ λυπημένο. Οἱ νεφροί μου εἶναι ἀναστατωμένοι ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ δὲν ὑπάρχει ὑγιὲς μέρος στὸ σῶμα μου. Κακοπάθησα καὶ ταλαιπωρήθηκα πάρα πολύ, ἀπὸ τὴν ὀδυνωμένη καρδιά μου ἐξέρχονται ἀναστεναγμοὶ σὰν βρυχηθμοὶ λέοντος πληγωμένου. Κύριε, ἔμπροσθέν Σου εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἐπιθυμία μου· γνωρίζεις Σὺ ὅτι ἐπιθυμῶ τὴν σωτηρία μου. ῾Η καρδιά μου πάλλει βίαια καὶ εἶναι ταραγμένη, ἡ ψυχικὴ καὶ σωματικὴ δύναμίς μου μὲ ἐγκατέλιπε· ἀπὸ τοὺς κλαυθμούς μου δὲ καὶ τὶς ἀϋπνίες καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου σβύνει, δὲν εἶναι πλέον μαζί μου. Οἱ φίλοι μου καὶ ὅλοι οἱ γνωστοί μου μὲ πλησίασαν, ἀλλὰ σταμάτησαν σὲ κάποια ἀπόστασι οἰκτείροντές με, καὶ οἱ πλησιέστεροι τῶν συγγενῶν μου στάθηκαν πολὺ μακριά. ᾿Επέρχονται βιαστικοὶ ἐναντίον μου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ν᾿ ἀφαιρέσουν τὴν ζωή μου. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν δυστυχία μου λέγουν ἐναντίον μου λόγους συκοφαντικούς, ὅλες τὶς ἡμέρες, ἐπιχαίροντες γιὰ τὴν κατάστασί μου. ᾿Εγὼ ὅμως, σὰν νὰ ἤμουν κουφός, δὲν ἄκουγα τοὺς λόγους τους καί σὰν νὰ ἤμουν ἄλαλος, δὲν ἄνοιγα τὸ στόμα μου ν᾿ ἀπαντήσω. ῎Εγινα ἔτσι σὰν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἀκούει τοὺς ἄδικους ἐλέγχους καὶ δὲν ἀντιλέγει σ᾿ αὐτούς. Διότι, Κύριε, σὲ Σένα ἔχω τὶς ἐλπίδες μου, πιστεύω ὅτι Σύ, Κύριε καὶ Θεέ μου, θὰ ἀκούσεις μὲ εὐμένεια τὴν προσευχή μου καὶ θὰ σπεύσεις σὲ βοήθειά μου. Γι᾿ αὐτὸ εἶπα· βοήθησέ με, Κύριε, γιὰ νὰ μὴ χαροῦν οἱ ἐχθροί μου καὶ ὅταν μὲ βλέπουν νὰ τρικλίζω, κομπορρημονοῦν, κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς θλίψεώς μου. Διότι ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑποστῶ τὴν δίκαιη τιμωρία σου γιὰ τὶς παρεκτροπές μου καὶ ὁ πόνος γιὰ τὴν πτῶσι μου εἶναι πάντοτε ἐνώπιόν μου καὶ δὲν παύει ποτὲ νὰ κατανύσσει τὴν καρδιά μου. Γι᾿ αὐτὸ θὰ ὁμολογήσω τὴν ἀνομία μου δημόσια καὶ θὰ φροντίσω ἔντονα γιὰ τὴν ἐξάλειψι τῆς ἁμαρτίας μου. Οἱ ἐχθροί μου ὅμως ζοῦν καὶ ἔγιναν κραταιότεροι ἀπὸ μένα καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μὲ μισοῦν ἄδικα, ἔχουν πληθυνθεῖ. Αὐτοὶ τοὺς ὁποίους εὐεργέτησα, ἀνταποδίδουν σὲ μένα κακὸ ἀντὶ καλοῦ, μὲ διαβάλλουν στὸν λαό, ἐπειδὴ ἐπιδιώκω πρὸς ὅλους τὸ ἀγαθὸ καὶ σύμφωνο μὲ τὸ θέλημά Σου. Μὴ μὲ ἐγκαταλίπεις, λοιπόν, Κύριε καὶ Θεέ μου, μὴν ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ μένα. Σπεῦσε, Κύριε, στὴν βοήθειά μου, Σύ ποὺ εἶσαι ἡ μοναδική μου σωτηρία.

* «Μακάριος ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα· ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ ρύσεται αὐτὸν ὁ Κύριος. Κύριος διαφυλάξαι αὐτὸν καὶ ζήσαι αὐτὸν καὶ μακαρίσαι αὐτὸν ἐν τῇ γῇ καὶ μὴ παραδῷ αὐτὸν εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτοῦ. Κύριος βοηθήσαι αὐτῷ ἐπὶ κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ· ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ ἀρρωστίᾳ αὐτοῦ. ἐγὼ εἶπα· Κύριε, ἐλέησόν με, ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι. οἱ ἐχθροί μου εἶπαν κακά μοι· πότε ἀποθανεῖται, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ; καὶ εἰ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει· ἡ καρδία αὐτοῦ συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ, ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει ἐπὶ τὸ αὐτό. κατ᾿ ἐμοῦ ἐψιθύριζον πάντες οἱ ἐχθροί μου, κατ᾿ ἐμοῦ ἐλογίζοντο κακά μοι· λόγον παράνομον κατέθεντο κατ᾿ ἐμοῦ· μὴ ὁ κοιμώμενος οὐχὶ προσθήσει τοῦ ἀναστῆναι; καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὃν ἤλπισα, ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾿ ἐμὲ πτερνισμόν. σὺ δέ, Κύριε, ἐλέησόν με καὶ ἀνάστησόν με, καὶ ἀνταποδώσω αὐτοῖς. ἐν τούτῳ ἔγνων ὅτι τεθέληκάς με, ὅτι οὐ μὴ ἐπιχαρῇ ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾿ ἐμέ. ἐμοῦ δὲ διὰ τὴν ἀκακίαν ἀντελάβου, καὶ ἐβεβαίωσάς με ἐνώπιόν σου εἰς τὸν αἰῶνα. εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς τὸν αἰῶνα. γένοιτο, γένοιτο». Δηλαδή· Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατανοεῖ τὴν θέσι τοῦ πτωχοῦ, ποὺ στερεῖται τὰ πάντα καὶ ἐνδιαφέρεται γι᾿ αὐτόν. Σὲ ἡμέρα δύσκολη θὰ βοηθήσει καὶ αὐτὸν ὁ Κύριος γι᾿ αὐτὴ τὴν εὐγένεια καὶ τὴν καλωσύνη του. ῾Ο Κύριος δηλαδὴ θὰ τὸν διαφυλάξει ἀπὸ κάθε κίνδυνο. Θὰ τοῦ χαρίσει μακρότητα ζωῆς καὶ ἀσφάλεια. Θὰ τὸν καταστήσει μακαριστὸ καὶ εὐτυχισμένο στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ δὲν θὰ τὸν παραδώσει ποτὲ στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του. Σὲ περίπτωσι ποὺ θὰ κατάκειται, ὁ Κύριος θὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἐγερθεῖ ἀπὸ τὴν κλίνη του. Θὰ μεταστρέψει ἐξ ὁλοκλήρου τὴν στρωμνὴ καὶ κοίτη του, σὲ κλίνη ἀνέσεως, ὅπου ὑγιὴς θὰ ἀναπαύεται. ᾿Εγὼ δὲ προσευχόμενος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀσθένειάς μου εἶπα· Κύριε, ἐλέησέ με. Τὸ σῶμα μου πάσχει, διότι πάσχει καὶ ἡ ψυχή μου. Σὲ παρακαλῶ, ἰάτρευσε πρῶτα τὴν ψυχή μου, διότι σὲ Σένα ἁμάρτησα καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας μου ἀσθένησα. Οἱ ἐχθροί μου εἶπαν ἐναντίον μου λόγια κακὰ καὶ πονηρά. Εἶπαν· πότε θὰ πεθάνει καὶ θὰ σβύσει αὐτὸς καὶ τ᾿ ὄνομά του; Καὶ ἐὰν κάποιος εἰσήρχετο στὸν οἶκο μου, τάχα γιὰ νὰ μὲ ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ δεῖ τὴν πορεία τῆς ἀσθένειάς μου, ἔλεγε λόγια μάταια καὶ προσποιητά. Διότι ταυτόχρονα ἡ καρδιά του συνάθροιζε καὶ σχεδίαζε συκοφαντίες, οἱ ὁποῖες τελικὰ θὰ ξεσποῦσαν σὲ βάρος του. Ψιθύριζαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐχθροί μου ἐναντίον μου, διαλογίζοντο ἐναντίον μου κακά. Λόγους ψευδεῖς διέδιδαν ἐναντίον μου λέγοντες· Μήπως δὲν πρόκειται νὰ ἐγερθεῖ πλέον ὁ κοιμώμενος ἀσθενής μας; ῎Οχι μόνο οἱ ἐχθροί μου, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπιστήθιος φίλος μου, στὸν ὁποῖο στήριξα τὶς ἐλπίδες μου, αὐτὸν τὸν ὁποῖο εἶχα ὁμοτράπεζό μου καὶ ἔτρωγε ἀπὸ τοὺς ἄρτους μου, ἔφερε ἐναντίον μου μέγα λάκτισμα. Σὺ λοιπόν, Κύριε, εὐσπλαγχνίσου με, σήκωσέ με ἀπὸ τὴν κλίνη μου καὶ τότε ὡς βασιλέας, χρισμένος ἀπὸ σένα γιὰ νὰ διοικῶ μὲ δικαιοσύνη, θὰ ἀνταποδώσω σ᾿ αὐτοὺς σύμφωνα μὲ τὰ πονηρά τους ἔργα. Κατὰ τοῦτο θὰ πεισθῶ, ὅτι ἀπολαύω τῆς εὐνοίας Σου, ἂν δὲν ὑποστῶ πτῶσι, ὥστε νὰ χαρεῖ ὁ ἐχθρός μου. Σύ, γιὰ τὴν ἀθωότητά μου αὐτὴ μὲ στήριξες καὶ θὰ μὲ ὑποστηρίξεις καὶ τώρα, διότι κανένα δὲν ἔχω ἀδικήσει. Τὴν βοήθειά Σου αὐτὴ θὰ καταστήσεις μόνιμη σὲ μένα καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἀπογόνους μου διὰ παντὸς καὶ αἰώνια. ῍Ας εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν, ἀμήν.

* «Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου. ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισε· προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, ὡσεὶ τραυματίαι καθεύδοντες ἐν τάφῳ, ὧν οὐκ ἐμνήσθης ἔτι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς χειρός σου ἀπώσθησαν. ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ᾿ ἐμέ. ἐμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἔθεντό με βδέλυγμα ἑαυτοῖς, παρεδόθην καὶ οὐκ ἐξεπορευόμην. οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας· ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι; μὴ διηγήσεταί τις ἐν τάφῳ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῇ ἀπωλείᾳ; μὴ γνωσθήσεται ἐν τῷ σκότει τὰ θαυμάσιά σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ἐν γῇ ἐπιλελησμένη; κἀγὼ πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, καὶ τὸ πρωΐ ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. ἱνατί, Κύριε, ἀπωθῇ τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ; πτωχός εἰμι ἐγὼ καὶ ἐν κόποις ἐκ νεότητός μου, ὑψωθεὶς δὲ ἐταπεινώθην καὶ ἐξηπορήθην. ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με, ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ ὕδωρ ὅλην τὴν ἡμέραν, περιέσχον με ἅμα. ἐμάκρυνας ἀπ᾿ ἐμοῦ φίλον καὶ πλησίον καὶ τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ταλαιπωρίας». Δηλαδή· Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ μόνος Θεὸς μου καὶ σωτήρας μου, ἐβόησα πρὸς ἐσένα ὅλη τὴν ἡμέρα προσευχόμενος καὶ ὅταν ἦλθε ἡ νύκτα ἐξακολουθῶ νὰ στέκομαι ἐνώπιόν Σου δεόμενος. Εἴθε νὰ ἀνοιχθεῖ ἡ σπλαγχνικὴ θύρα τοῦ ἐλέους σου, γιὰ νὰ φθάσει ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, καὶ νὰ πλησιάσεις τὸ αὐτί σου, Κύριε, γιὰ νὰ ἀκούσεις τὴν δέησί μου. Διότι ὑπερεπλημμύρισε ἡ καρδιά μου ἀπὸ συμφορὲς καὶ ἡ ζωή μου ἔχει ἀγγίξει στὸ χεῖλος τοῦ ἅδη. Θεωροῦμαι πλέον ὅμοιος μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται στὸν βαθὺ τοῦ τάφου λάκκο, κατάντησα ἄνθρωπος χωρὶς καμμία βοήθεια, ριγμένος ἀνάμεσα στοὺς νεκρούς, μακριὰ ἀπὸ κάθε ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ζῶντες. Εἶμαι σὰν τοὺς θανάσιμα τραυματισθέντες ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κοιμοῦνται τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου στὸν τάφο, τοὺς ὁποίους δὲν θυμᾶσαι πλέον σὰν ζωντανούς, ἀλλὰ ἀπώθησες αὐτοὺς μακριὰ ἀπὸ τὸ προστατευτικὸ χέρι σου. Αἱ συμφορές μου μὲ βύθισαν στὸν βαθύτατο λάκκο τοῦ θανάτου, στὴν σκοτεινὴ περιοχὴ τοῦ ἅδη, ὅπου βασιλεύει ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου. Βαρὺς καὶ μόνιμος ἐπέπεσε ὁ θυμός σου καὶ ὅλα τὰ κύματα τῆς ὀργῆς σου τὰ ἐπέφερες καὶ τὰ ἔρριψες κατ᾿ ἐμοῦ. ᾿Απομάκρυνες τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ μένα, μὲ θεώρησαν βδέλυγμά τους, παραδόθηκα σὰν σὲ φυλακὴ στὴν δυστυχία καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἐξέλθω καὶ ἀπαλλαγῶ ἀπ’ αὐτή. Τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου θάμπωσε καὶ ἐξασθένησε ἀπὸ τὰ πολλά μου δάκρυα. Πρὸς Σένα, Κύριε, ἔκραξα ὅλη τὴν ἡμέρα, ὕψωσα ἱκετευτικὰ τὰ χέρια μου δεόμενος. Μήπως τάχα καὶ θὰ δείξεις τὰ θαυμαστά σου ἔργα στοὺς νεκροὺς καὶ σὲ μένα ὅταν πεθάνω; ῍Η μήπως οἱ ἰατροὶ μποροῦν νὰ ἀναστήσουν τοὺς νεκρούς, γιὰ νὰ Σὲ δοξολογήσουν; Μήπως εἶναι ἐπίσης δυνατὸν νὰ διηγηθεῖ κάποιος τὰ ἔργα τοῦ ἐλέους Σου μεταξὺ τῶν νεκρῶν καὶ νὰ ἀκουσθεῖ ἡ ἀλήθειά σου στὸν ἅδη; κάθε ἄλλο! Μήπως καὶ θὰ γνωσθοῦν τὰ θαυμαστά σου ἔργα στὰ σκότη τοῦ ἅδη ἢ ἡ δικαιοσύνη σου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους στὴν λησμονησμένη ἀπὸ Σένα χώρα τοῦ ἅδη; Γι᾿ αὐτὸ, Κύριε, τώρα ποὺ εὑρίσκομαι ἀκόμη στὴν ζωή, πρὸς σὲ ἐκέκραξα δεόμενος ὅλη τὴν νύκτα, καὶ λίαν πρωΐ πάλι ἡ προσευχή μου θὰ σὲ προφθάσει. Γιατί, Κύριε, μὲ ἀπωθεῖς καὶ στρέφεις τὸ πρόσωπό σου μακριὰ ἀπὸ μένα; Εἶμαι πτωχὸς καὶ ἀνάμεσα σὲ κόπους ἔχω ζήσει ἀπὸ τὴν νεότητά μου. Καὶ ὑψώθηκα μὲν κοινωνικῶς, ἀλλὰ γιὰ νὰ μοῦ γίνεται τώρα αἰσθητότερη ἡ δυστυχία μου· διότι ἀμέσως ταπεινώθηκα καὶ περιῆλθα σὲ ἔσχατη ἀπορία. Πέρασαν ἐπάνω σὲ μένα οἱ δοκιμασίες Σου, οἱ φοβερές σου ἀπειλὲς μὲ συνεκλόνισαν. Αὐτὲς μὲ περικύκλωσαν, ὅπως ἀκριβῶς τὰ ὕδατα ὅλη τὴν ἡμέρα, μὲ περιέβαλαν ταυτοχρόνως ἀπὸ παντοῦ. ᾿Απομάκρυνες ἀπὸ μένα ὅλους τοὺς φίλους μου, τοὺς γείτονές μου, καὶ γενικὰ ὅλους τοὺς γνωστούς μου ἐξ αἰτίας τῆς δυστυχίας μου.

* «Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου πρὸς σὲ ἐλθέτω. μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ· ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ θλίβωμαι, κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου· ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, ὅτι ἐξέλιπον ὡσεὶ καπνὸς αἱ ἡμέραι μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ὡσεὶ φρύγιον συνεφρύγησαν. ἐπλήγην ὡσεὶ χόρτος καὶ ἐξηράνθη ἡ καρδία μου, ὅτι ἐπελαθόμην τοῦ φαγεῖν τὸν ἄρτον μου. ἀπὸ φωνῆς τοῦ στεναγμοῦ μου ἐκολλήθη τὸ ὀστοῦν μου τῇ σαρκί μου. ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ, ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ, ἠγρύπνησα καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος. ὅλην τὴν ἡμέραν ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, καὶ οἱ ἐπαινοῦντές με κατ᾿ ἐμοῦ ὤμνυον. ὅτι σποδὸν ὡσεὶ ἄρτον ἔφαγον καὶ τὸ πόμα μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου καὶ τοῦ θυμοῦ σου, ὅτι ἐπάρας κατέρραξάς με. αἱ ἡμέραι μου ὡσεὶ σκιὰ ἐκλίθησαν, κἀγὼ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθην. σὺ δέ, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα μένεις, καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. σὺ ἀναστὰς οἰκτειρήσεις τὴν Σιών, ὅτι καιρὸς τοῦ οἰκτειρῆσαι αὐτήν, ὅτι ἥκει καιρός· ὅτι ηὐδόκησαν οἱ δοῦλοί σου τοὺς λίθους αὐτῆς, καὶ τὸν χοῦν αὐτῆς οἰκτειρήσουσι. καὶ φοβηθήσονται τὰ ἔθνη τὸ ὄνομά σου, Κύριε, καὶ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς τὴν δόξαν σου, ὅτι οἰκοδομήσει Κύριος τὴν Σιὼν καὶ ὀφθήσεται ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ. ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν. γραφήτω αὕτη εἰς γενεὰν ἑτέραν, καὶ λαὸς ὁ κτιζόμενος αἰνέσει τὸν Κύριον. ὅτι ἐξέκυψεν ἐξ ὕψους ἁγίου αὐτοῦ, Κύριος ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν ἐπέβλεψε τοῦ ἀκοῦσαι τοῦ στεναγμοῦ τῶν πεπεδημένων, τοῦ λῦσαι τοὺς υἱοὺς τῶν τεθανατωμένων, τοῦ ἀναγγεῖλαι ἐν Σιὼν τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ ἐν ῾Ιερουσαλὴμ ἐν τῷ συναχθῆναι λαοὺς ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ βασιλεῖς τοῦ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ. ἀπεκρίθη αὐτῷ ἐν ὁδῷ ἰσχύος αὐτοῦ· τὴν ὀλιγότητα τῶν ἡμερῶν μου ἀνάγγειλόν μοι· μὴ ἀναγάγῃς με ἐν ἡμίσει ἡμερῶν μου· ἐν γενεᾷ γενεῶν τὰ ἔτη σου. κατ᾿ ἀρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις, καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτοὺς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν. οἱ υἱοὶ τῶν δούλων σου κατασκηνώσουσι, καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα κατευθυνθήσεται». Δηλαδή· Εὐδόκησε, Κύριε, νὰ ἀκούσεις καὶ νὰ δεχθεῖς τὴν προσευχή μου. ῾Η κραυγὴ τῆς δεήσεώς μου, ἂς φθάσει ἐνώπιόν Σου. Μὴ ἀποστερήσεις με τῆς εὔνοιας τοῦ προσώπου σου. Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς θλίψεώς μου πλησίασε σὲ μένα τὸ αὐτί σου· ὅταν σὲ καιρὸ θλίψεως σὲ ἐπικαλοῦμαι, δέξου σύντομα τὴν προσευχή μου. Διότι οἱ ἡμέρες μου χάθηκαν σὰν τὸν καπνό, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ξεράθηκαν σὰν τὰ φρύγανα. Μαράθηκα σὰν τὸ ξερὸ χορτάρι καὶ στέγνωσε καὶ ἡ καρδιά μου γιατὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ θλίψι λησμόνησα νὰ φάω τὸν ἄρτο μου. ᾿Απὸ τοὺς γοεροὺς στεναγμούς μου κόλλησαν τὰ ὀστᾶ μου στὸ δέρμα μου. Κατάντησα μόνος καὶ ἔρημος σὰν τὸν πελεκάνο τῆς ἐρήμου, ἔγινα σὰν τὸ νυκτοπούλι ποὺ κλαυθμυρίζει πένθιμα κατὰ τὴν νύκτα σὲ ἐρειπωμένο οἶκο. ῎Εμεινα ἄυπνος καὶ ἔγινα ὅμοιος μὲ τὸ στρουθίο, τὸ ὁποῖο ἔχασε τὸν σύντροφό του καὶ μένει μόνο του ἐπάνω στὴν στέγη. ῞Ολη τὴν ἡμέρα οἱ ἐχθροί μου μὲ χλεύαζαν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἄλλοτε μὲ ἐπαινοῦσαν, τώρα ὁρκίζονται ἐναντίον μου γιὰ τὴν συμφορά μου. Εἶμαι τόσο δυστυχὴς ποὺ, ἀπὸ τὴν θλίψι μου τὴν πολλή, κατάντησα νὰ τρώγω ἀντὶ γιὰ ἄρτο τὴν λυπηρὰ τοῦ πένθους μου στάχτη, καὶ τὸ νερό, τὸ ὁποῖο πίνω, τὸ ἀναμιγνύω μὲ τὰ δάκρυά μου. ῞Ολα δὲ αὐτὰ τὰ παθαίνω ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς σου καὶ τοῦ θυμοῦ σου γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, γιατὶ ἀφοῦ μὲ σήκωσες πρῶτα ψηλά, ξεριζώνοντάς με μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, ἔπειτα μὲ συνέτριψες κατὰ γῆς στὴν ξένη χώρα τῆς αἰχμαλωσίας. Οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μου χάνονται, ὅπως καὶ ἡ σκιὰ, ὅταν δύει ὁ ἥλιος, καὶ ἐγὼ ξεράθηκα σὰν τὸ χορτάρι. Σὺ ὅμως, Κύριε, παραμένεις ὅπως εἶσαι στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων καὶ τὸ ὄνομά σου μνημονεύεται πάντοτε ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς στὴν ἄλλη. Σὺ λοιπόν, Κύριε, ἀφοῦ ἐγερθεῖς ἀπὸ τὸν θρόνο σου, σπλαγχνίσου τὴν ῾Ιερουσαλήμ, γιατὶ εἶναι πράγματι καιρός, καὶ πρέπει νὰ τὴν σπλαγχνισθεῖς· ἦλθε πλέον ὁ χρόνος τῆς ἀπελευθερώσεώς μας (ἀπὸ τὴν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία). Γιατὶ οἱ δοῦλοι σου ποὺ εὑρίσκονται στὴν αἰχμαλωσία λαχτάρησαν νὰ δοῦν τοὺς λίθους τῶν ἐρειπίων της καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ χῶμα της. Καὶ ὅταν γυρίσουμε στὴν ῾Ιερουσαλὴμ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία, τὰ ἔθνη θὰ φοβηθοῦν τὸ ὄνομά σου, Κύριε, καὶ ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς θὰ θαυμάσουν τὴν μεγάλη σου δόξα. Γιατὶ ὁ Κύριος θὰ ἀνοικοδομήσει τὴν Σιὼν καὶ θὰ ἐμφανισθεῖ ἐκεῖ μὲ ὅλη Του τὴν δόξα. ῾Η ἀποκατάστασις αὐτὴ θὰ σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος προσβλέπει μὲ βλέμμα εὐμενὲς στὴν προσευχὴ τῶν δούλων Του καὶ δὲν περιφρονεῖ τὴν δέησί τους. ῍Ας ἀναγραφεῖ ἡ προφητεία αὐτὴ καὶ ἡ ἐκπλήρωσίς της γιὰ νὰ γίνει γνωστὴ καὶ νὰ μεταδοθεῖ στὶς μετέπειτα γενιές καὶ ὁ λαὸς ποὺ θὰ γεννηθεῖ τότε νὰ ὑμνήσει τὸν Κύριο. Γιατὶ ἔτσι θὰ μάθει ὅτι ὁ Κύριος ἔσκυψε ἀπὸ τὰ ἅγια ὕψη του, καὶ ἀπὸ τὸν οὐράνιο θρόνο του ἔρριψε στοργικὸ βλέμμα στὴν γῆ. Γιὰ ν᾿ ἀκούσει τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἀλυσοδεμένων αἰχμαλώτων καὶ νὰ ἀπελευθερώσει λύνοντας τὰ δεσμὰ τῶν παιδιῶν ἐκείνων ποὺ εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ καὶ θανατωθεῖ. ῞Ωστε αὐτοὶ νὰ ἀναγγείλουν καὶ νὰ διακηρύξουν στὴν ῾Ιερουσαλὴμ τὸ ὄνομα τοῦ ἐλευθερωτοῦ Κυρίου καὶ νὰ ψάλλουν ἐκεῖ τὴν δοξολογία του, ὅταν θὰ συναθροισθοῦν ἐκεῖ ἀπὸ κοινοῦ λαοὶ καὶ βασιλεῖς γιὰ νὰ λατρεύσουν τὸν Κύριο. Καὶ ὁ ταλαιπωρημένος στὴν ἐξορία αἰχμάλωτος μὲ ὅση δύναμι τοῦ εἶχε ἀπομείνει ἀποκρίθηκε πρὸς τὸν Κύριο καὶ τοῦ εἶπε· ᾿Ανάγγειλέ μου, Κύριε, τὶς ὀλίγες ἡμέρες ποὺ μοῦ ἀπομένουν (θὰ προλάβω δηλαδὴ νὰ δῶ τὴν ἀπελευθέρωσί μας;) Μὴ μὲ πάρεις ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο στὸ μέσο τῆς ζωῆς μου. (Παράτεινε τὶς ἡμέρες μου) σὺ τοῦ ὁποίου τὰ ἔτη εἶναι ἀτελείωτα καὶ συνεχίζονται ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Σὺ Κύριε, στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, θεμελίωσες τὴν γῆ καὶ οἱ οὐρανοὶ εἶναι ἔργα τῶν χειρῶν σου. Αὐτοὶ θὰ καταστραφοῦν, σὺ ὅμως θὰ παραμείνεις ὅπως εἶσαι, καὶ ὅλος ὁ κόσμος θὰ παλιώσει, ὅπως τὸ ἔνδυμα καὶ σὰν τὸ πανωφόρι μὲ τὸ ὁποῖο περιβάλλονται οἱ ἄνθρωποι, θὰ τὸν περιτυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξει μορφή, θὰ γίνει καινούργιος. Σὺ ὅμως θὰ εἶσαι ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς σου δὲν θὰ ἐξαντληθοῦν ποτέ. Τὰ τέκνα τῶν δούλων σου θὰ βροῦν ἀσφαλῶς κατοικία καὶ οἱ ἀπόγονοί τους θὰ εὐδοκιμοῦν διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

6. «Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν»

῾Ο προφητικὸς λόγος δὲν διδάσκει μόνο ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, ἀλλὰ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ θεάνθρωπος Κύριός μας «᾿Ετραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν».

Σ᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ἐπισφραγίζονται τρεῖς ἀλήθειες ποὺ διατρέχουν σὲ ὁλόκληρη τὴν ῾Αγία Γραφή.

῾Η πρώτη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σχέσις καὶ σύνδεσμος ἀσθένειας καὶ ἁμαρτίας.
῾Η δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, ποὺ εἶναι ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος.

Καὶ ἡ τρίτη ὅτι ὁ Κύριος ὁ ἴδιος ὑπέστη, χωρὶς νὰ εὐθύνεται Αὐτός, τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει.

7. ῾Η ἐξάλειψις τῆς ἀσθένειας

῾Η ἐξάλειψις τῆς ἀσθένειας εἶναι ἐσχατολογικὴ ὑπόσχεσις καὶ θὰ πραγματοποιηθεῖ στὸν νέο κόσμο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

᾿Εκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἀνάπηροι. «Τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται. Τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων, ὅτι ἐρράγη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ φάραγξ ἐν γῇ διψώσῃ· Καὶ ἔσται ἡ ἄνυδρος εἰς ἕλη καὶ εἰς διψῶσαν γῆν πηγὴ ὕδατος ἔσται· ἐκεῖ ἔσται εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις καλάμου καὶ ἕλη. ᾿Εκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται, καὶ οὐ μὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρμένοι πορεύσονται ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ οὐ μὴ πλανηθῶσι. Καὶ οὐκ ἔσται ἐκεῖ λέων, οὐδὲ τῶν πονηρῶν θηρίων οὐ μὴ ἀναβῇ ἐπ᾿ αὐτήν, οὐδὲ μὴ εὑρεθῇ ἐκεῖ, ἀλλὰ πορεύσονται ἐν αὐτῇ λελυτρωμένοι καὶ συνηγμένοι διὰ Κύριον· καὶ ἀποστραφήσονται καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ᾿ εὐφροσύνης, καὶ εὐφροσύνη αἰώνιος ὑπὲρ κεφαλῆς αὐτῶν· ἐπὶ γὰρ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν αἴνεσις καὶ ἀγαλλίαμα, καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς. ᾿Απέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός». Δηλαδή· Τότε θὰ ἀνοιχθοῦν ὀφθαλμοὶ τυφλῶν καὶ τὰ ὦτα τῶν κωφῶν καὶ θὰ ἀκούσουν. Τότε θὰ πηδᾶ σὰν ἐλάφι θεραπευμένος ὁ χωλός, καθαρὴ δὲ καὶ εὐδιάκριτη θὰ εἶναι ἡ γλώσσα τῶν βωβῶν καὶ θὰ ρητορεύει θεολογοῦσα, διότι ξέσπασε ἄφθονο νερὸ στὴν ἔρημο καὶ φαράγκι γεμάτο νερὸ στὴν ἕως τώρα ξηρὰ γῆ καὶ διψασμένη. Καὶ θὰ μεταβληθεῖ ἡ ἕως τώρα ἄνυδρη γῆ σὲ λίμνη καὶ σὲ γῆ ποὺ διψᾶ καὶ δὲν ποτίζεται, θὰ ἀναβλύσουν καὶ θὰ ὑπάρχουν πηγὲς ὑδάτων· ἐκεῖ θὰ εἶναι εὐφροσύνη καὶ ἀναπαυτικὴ διαμονὴ τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ, ἐκτάσεις ὑδροχαρῶν καλάμων καὶ λίμνες. ᾿Εκεῖ θὰ ὑπάρχει ὁδὸς καθαρά, ἡ ὁποία θὰ ὀνομασθεῖ ὁδὸς ἁγία. Καὶ δὲν θὰ περάσει ἐκεῖ ἀκάθαρτος (δηλαδὴ εἰδωλολάτρης) οὔτε ἡ ἐκεῖ ὁδὸς θὰ εἶναι ἀκάθαρτος. Οἱ διεσπαρμένοι στὴν ἐξορία θὰ ἐπιστρέψουν βαδίζοντες τὴν ὁδὸ αὐτὴ καὶ δὲν θὰ πλανηθοῦν. Διότι ὁ Κύριος εἶπε· ᾿Εγώ εἰμι ἡ ὁδός! Καὶ δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖ λεοντάρι· καὶ κανένα ἀπὸ τὰ ἐπικίνδυνα θηρία δὲν θὰ ἀνεβεῖ στὴν ὁδὸ αὐτὴ οὔτε καὶ θὰ εὑρεθεῖ ἐκεῖ. ᾿Αλλὰ θὰ πορευθοῦν διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς οἱ λυτρωμένοι ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ συνηγμένοι χάρις στὴν δύναμι Αὐτοῦ. Καὶ θὰ φύγουν μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἐξορίας (πραγματικῆς τε καὶ νοητῆς) καὶ θὰ ἔλθουν στὴν Σιὼν μὲ εὐφροσύνη, καὶ εὐφροσύνη αἰώνια θὰ στεφανώσει τὴν κεφαλή τους. Διότι στὴν κεφαλή τους, σὰν στέφανος θὰ ὑπάρχει δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀγαλλίαμα καρδιᾶς· ἡ εὐτυχία θὰ πλημμυρίσει αὐτούς. Θὰ ἔχει φύγει γρήγορα καὶ μακριὰ ἀπ᾿ αὐτοὺς πόνος, λύπη καὶ στεναγμός.

᾿Εκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχει πόνος οὔτε δάκρυα. «Κατέπιεν ὁ θάνατος ἰσχύσας, καὶ πάλιν ἀφεῖλε Κύριος ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ παντὸς προσώπου· τὸ ὄνειδος τοῦ λαοῦ ἀφεῖλεν ἀπὸ πάσης τῆς γῆς, τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε. Καὶ ἐροῦσι τῇ ἡμέρα ἐκείνῃ· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐφ᾿ ᾧ ἠλπίζομεν καὶ ἠγαλλιώμεθα, καὶ σώσει ἡμᾶς. Οὗτος Κύριος, ὑπεμείναμεν αὐτὸν καὶ ἀγαλλιασόμεθα καὶ εὐφρανθησόμεθα ἐπὶ τῇ σωτηρίᾳ ἡμῶν, ὅτι ἀνάπαυσιν δώσει ὁ Θεὸς ἐπὶ τὸ ὄρος τοῦτο, καὶ καταπατηθήσεται ἡ Μωαβῖτις, ὃν τρόπον πατοῦσιν ἅλωνα ἐν ἁμάξαις· καὶ ἀνήσει τὰς χεῖρας αὐτοῦ, ὃν τρόπον καὶ αὐτὸς ἐταπείνωσε τοῦ ἀπολέσαι, καὶ ταπεινώσει τὴν ὕβριν αὐτοῦ, ἐφ᾿ ἃ τὰς χεῖρας ἐπέβαλε· καὶ τὸ ὕψος τῆς καταφυγῆς τοῦ τοίχου ταπεινώσει, καὶ καταβήσεται ἕως τοῦ ἐδάφους». Δηλαδή· ῾Ο θάνατος ὑπερίσχυσε, βασίλευσε, κατάπιε πολλοὺς ἕως τώρα. ᾿Αλλὰ ὁ Κύριος τώρα ἀφαίρεσε τὴν δύναμι τοῦ θανάτου, τὸν κατάργησε καὶ ἐξάλειψε τὰ δάκρυα ἀπὸ κάθε πρόσωπο. ᾿Αφαίρεσε τὸ ὄνειδος τοῦ λαοῦ του ἀπ’ ὅλη τὴν γῆ. Τὸ στόμα τοῦ Κυρίου ἐλάλησε αὐτὰ καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν. Καὶ θὰ ποῦν οἱ εὐσεβεῖς κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη· ἰδού, ὁ Θεός μας, στὸν ὁποῖον ἐμεῖς στηρίξαμε τὶς ἐλπίδες μας καὶ ὁ ὁποῖος ἦταν ἡ χαρὰ καὶ τὸ ἀγαλλίαμά μας. Αὐτὸς καὶ θὰ μᾶς σώσει. Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος τὸν ὁποῖον περιμέναμε μὲ ὑπομονὴ καὶ τώρα θὰ χαροῦμε καὶ θὰ εὐφρανθοῦμε γιὰ τὴν σωτηρία μας. Διότι θὰ δώσει τώρα ὁ Θεὸς εἰρήνη καὶ ἀνάπαυσι στὸ ὄρος τοῦτο τῆς Σιών, τῆς ἐπουράνιας ῾Ιερουσαλήμ· ἐνῶ, ἀντίθετα ἡ χώρα τῶν ἐχθρῶν μας, τῶν Μωαβιτῶν, θὰ καταπατηθεῖ, ὅπως πατοῦνται καὶ ἁλωνίζονται τὰ στάχυα ἀπὸ τὰ ἁλωνιστικὰ ἀμάξια. Θὰ ὑψώσει ὁ Κύριος προστατευτικὲς τὶς χεῖρες του ὑπὲρ τοῦ λαοῦ του καὶ ἐναντίον τῶν Μωαβιτῶν, ὅπως ἐκεῖνοι ἐταπείνωσαν γιὰ νὰ καταστρέψουν ἄλλα ἔθνη. Θὰ ταπεινώσει ὁ Κύριος τὴν ἀλαζονεία τῶν Μωαβιτῶν στὰ ἔργα, ποὺ εἶχαν αὐτοὶ ἁπλώσει τὰ χέρια τους. Θὰ καταρρίψει τὰ ὑψηλὰ καταφύγια τοῦ τείχους τους καὶ θὰ καταβιβάσει αὐτὸ μέχρι τοῦ ἐδάφους.

«᾿Αγαλλιάσομαι ἐπὶ ῾Ιερουσαλὴμ καὶ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ λαῷ μου καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν αὐτῇ φωνὴ κλαυθμοῦ οὐδὲ φωνὴ κραυγῆς. Καὶ οὐ μὴ γένηται ἔτι ἐκεῖ ἄωρος καὶ πρεσβύτης, ὃς οὐκ ἐμπλήσει τὸν χρόνον αὐτοῦ· ἔσται γὰρ ὁ νέος ἑκατὸν ἐτῶν, ὁ δὲ ἀποθνήσκων ἁμαρτωλὸς ἑκατὸν ἐτῶν καὶ ἐπικατάρατος ἔσται. Καὶ οἰκοδομήσουσιν οἰκίας καὶ αὐτοὶ ἐνοικήσουσι, καὶ καταφυτεύσουσιν ἀμπελῶνας καὶ αὐτοὶ φάγονται τὰ γεννήματα αὐτῶν· καὶ οὐ μὴ οἰκοδομήσουσι καὶ ἄλλοι ἐνοικήσουσι, καὶ οὐ μὴ φυτεύσουσι καὶ ἄλλοι φάγονται· κατὰ γὰρ τὰς ἡμέρας τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς ἔσονται αἱ ἡμέραι τοῦ λαοῦ μου· τὰ γὰρ ἔργα τῶν πόνων αὐτῶν παλαιώσουσιν. Οἱ δὲ ἐκλεκτοί μου οὐ κοπιάσουσιν εἰς κενόν, οὐδὲ τεκνοποιήσουσιν εἰς κατάραν, ὅτι σπέρμα εὐλογημένον ὑπὸ Θεοῦ ἐστι καὶ τὰ ἔκγονα αὐτῶν μετ᾿ αὐτῶν ἔσονται. Καὶ ἔσται πρὶν ἢ κεκράξαι αὐτούς, ἐγὼ ὑπακούσομαι αὐτῶν, ἔτι λαλούντων αὐτῶν ἐρῶ· τί ἐστι; Τότε λύκοι καὶ ἄρνες βοσκηθήσονται ἅμα καὶ λέων ὡς βοῦς φάγεται ἄχυρα, ὄφις δὲ γῆν ὡς ἄρτον· οὐκ ἀδικήσουσιν οὐδὲ μὴ λυμανοῦνται ἐπὶ τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ μου, λέγει Κύριος». Δηλαδή· Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ χαρῶ γιὰ τὴν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ θὰ εὐφρανθῶ γιὰ τὸν πιστὸ λαό μου. Δὲν θὰ ἀκουσθεῖ πλέον στὴν ῾Ιερουσαλὴμ φωνὴ κλαυθμοῦ οὔτε κραυγὴ ὀδύνης. Στὴν νέα αὐτὴ ἐποχὴ δὲν θὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος μικρῆς ἡλικίας καὶ μεγαλύτερος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ συμπληρώσει τὸν βιολογικὸ χρόνο τῆς ζωῆς του. Τότε ὁ νέος θὰ εἶναι ἑκατὸν ἐτῶν, ἀλλὰ ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἂν φθάσει στὴν ἡλικία τῶν ἑκατὸν ἐτῶν, θὰ ἀποθνήσκει πρόωρα καὶ θὰ εἶναι ἐπικατάρατος ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ θὰ οἰκοδομήσουν τὶς οἰκίες τους οἱ ἄνθρωποι καὶ θὰ κατοικήσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι σ’ αὐτὲς καὶ θὰ φυτεύσουν πλούσιους ἀμπελῶνες καὶ οἱ ἴδιοι θὰ φάγουν τὰ γεννήματα τῶν ἀμπελώνων καὶ τῶν ἀγρῶν τους. Δὲν θὰ οἰκοδομήσουν αὐτοὶ οἰκίες, γιὰ νὰ κατοικήσουν σ᾿ αὐτὲς ἄλλοι, καὶ δὲν θὰ φυτεύσουν ἀμπελῶνες, γιὰ νὰ γεύονται ἄλλοι τὸν καρπό. Οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς τοῦ νέου λαοῦ μου θὰ εἶναι μακρὲς καὶ πολυχρόνιες, ὅπως πολυχρόνιο εἶναι τὸ ἐν τῷ Παραδείσῳ δένδρο τῆς ζωῆς. Θὰ ἀπολαμβάνουν σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα τοὺς καρποὺς τῶν κόπων τους, διότι πολυχρόνια θὰ εἶναι καὶ τὰ ἔργα τους. Οἱ ἐκλεκτοὶ μου δὲν θὰ κοπιάσουν μάταια, οὔτε θὰ τεκνοποιήσουν πρὸς κατάρα, διότι οἱ ἀπόγονοί τους θὰ εἶναι εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὰ τέκνα τους εὐλογημένα μαζὶ μὲ αὐτούς. Καὶ ἀκόμη, θὰ συμβεῖ σ’ αὐτοὺς καὶ αὐτὸ τὸ καλό· πρὶν ἀκόμη κράξουν μὲ τὴν προσευχή τους πρὸς ἐμένα, ἐγὼ θὰ ἀκούω αὐτούς, καὶ ἐνῶ ἀκόμη θὰ μιλοῦν πρὸς ἐμένα, καὶ θὰ ἐκθέτουν τὰ αἰτήματά τους, ἐγὼ θὰ τοὺς διακόπτω καὶ θὰ τοὺς ρωτῶ· τί θέλετε, τί συμβαίνει; Τότε, κατὰ τὴν εὐλογημένη αὐτὴ ἐποχὴ τῆς χάριτος, λύκοι καὶ ἀρνιὰ θὰ βόσκουν μαζί. Τὸ λεοντάρι θὰ τρώγει ἄχυρα ὅπως τὸ βόδι, παύοντες καὶ αὐτοὶ καὶ ἐκεῖνα νὰ εἶναι σαρκοβόρα καὶ θὰ ἐξημερωθοῦν. ῾Ο ὄφις μὴ ἔχοντας πλέον δηλητήριο θὰ τρώγει χῶμα σὰν ἀποκλειστικὴ τροφή του καὶ ὄχι πλέον τοὺς ἀνθρώπους. Τὰ ἄγρια θηρία, οἱ τέως κακοὶ ἄνθρωποι, δὲν θὰ προξενοῦν πλέον καμμία βλάβη στὸ ἅγιο ῎Ορος τῆς Σιών, δὲν θὰ κάνουν κανένα κακό, λέγει ὁ Κύριος.

8. ῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια

Ο Κύριος «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου». Δηλαδή· Διῆλθε εὐεργετώντας καὶ θεραπεύοντας, ὅλους ὅσους βασανίζονταν ἀπὸ τὸν διάβολο.

Εἶναι ἄξιο καὶ χρήσιμο νὰ ἀναφερθοῦν οἱ παρατηρήσεις τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ γιὰ τὸν Κύριό μας, ὅτι ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶχε τὴν δύναμι νὰ θεραπεύει καὶ ὅτι «πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ᾿ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας». Δηλαδή· ῞Ολος ὁ λαὸς ζητοῦσε νὰ τὸν ἐγγίσει, διότι θεία δύναμις ἔβγαινε ἀπὸ αὐτὸν καὶ θεράπευε ὅλους, ὅσοι εἶχαν πίστι σ᾿ αὐτόν.

Στὰ θαύματα θεραπείας ἀνθρώπων μὲ δυσίατες ἀσθένειες, ὁ Κύριος, μᾶς φωτίζει ἐν μέρει, πλὴν ἐπαρκῶς, γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὸ πρόβλημα τῆς αἰτίας τῆς ἀσθένειας, διανοίγοντας λυτρωτικὰ τοὺς ὁρίζοντες τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως. ῾Ο Κύριος σὲ τρεῖς περιπτώσεις θεραπείας ἀσθενῶν ἑρμηνεύει μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὸ πρόβλημα τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ πόνου ἑνὸς ἑκάστου.

α´. ῾Ο Εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης στὸ ε´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του στοὺς στίχους 2-15 ἀναφέρει τὴν θεραπεία τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδὰ ἀπὸ τὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο θεραπευμένος μετὰ τὴν ἴασί του συνάντησε τὸν Κύριο στὸν Ναό. ῾Ο δὲ Κύριος τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχὴ λέγοντάς του τὰ ἑξῆς ἀποκαλυπτικά· «῎Ιδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται». Τοῦ εἶπε· Πρόσεξε, λοιπὸν νὰ μὴν ἁμαρτάνεις πλέον, γιὰ νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ τίποτε χειρότερο ἀπὸ τὴν ἀσθένεια ποὺ εἶχες. ῾Ο Κύριος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ φανέρωσε στὸν παράλυτο τὴν αἰτία τῆς παραλύσεώς του, ἡ ὁποία τὸν εἶχε κυριεύσει ἐπὶ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη. Συνέδεσε τὴν παράλυσί του μὲ τὶς ἁμαρτίες του ἢ γενικὰ μὲ τὴν ἁμαρτία. ῎Ετσι μᾶς δίδαξε, ὅτι μία αἰτία τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ πόνου εἶναι ἡ ἁμαρτία.

᾿Εξ ἄλλου δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονός, ὅτι ὁσάκις ὁ Κύριος θεράπευε ἀσθενεῖς, προηγουμένως συγχωροῦσε τὶς ἁμαρτίες τους. Αὐτὸ ἔπραξε καὶ στὴν περίπτωσι ποὺ ἀναφέραμε.

β´. Στὴν περίπτωσι τῆς θεραπείας τῆς συγκύπτουσας γυναίκας, ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος στὸν διαμαρτυρόμενο ἀρχισυνάγωγο, ἐπειδὴ θεράπευσε τὴν γυναίκα ἡμέρα Σάββατο καὶ ἐντὸς τῆς Συναγωγῆς, τοῦ εἶπε ἐπιτιμητικὰ καὶ ἐλεγκτικά· «῾Υποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ Σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; Ταύτην δὲ θυγατέρα ᾿Αβραὰμ οὖσαν, ἥν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου;». Σημαίνουν δὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ· ὑποκριτά, ὁ καθένας σας κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου δὲν λύνει τὸ βόδι του ἢ τὸν ὄνο του ἀπὸ τὴν φάτνη καὶ δὲν τὸ πηγαίνει νὰ τὸ ποτίσει; Αὐτὴ δὲ ποὺ εἶναι κόρη καὶ ἀπόγονος τοῦ ᾿Αβραάμ, δηλαδὴ ἄνθρωπος καὶ ὁμόφυλος, τὴν ὁποία ἔδεσε ὁ σατανᾶς μὲ τὴν ἀσθένεια, ὥστε ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ χρόνια νὰ μὴ μπορεῖ νὰ σηκωθεῖ ὄρθια, δὲν ἦταν πρέπον καὶ ἐπιβεβλημένο νὰ λυθεῖ ἀπὸ τὸ μακροχρόνιο αὐτὸ καὶ ὀδυνηρὸ δέσιμο κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου; ᾿Εδῶ ὁ Κύριος ἀποδίδει τὴν ἀναπηρία καὶ τὴν ταλαιπωρία τῆς γυναικὸς στὸν διάβολο.

῞Οπως ὁ Κύριος στὴν προηγούμενη περίπτωσι συνέδεσε τὴν ἀσθένεια μὲ τὴν ἁμαρτία, ἔτσι καὶ σ᾿ αὐτὴ συνδέει τὴν ἀσθένεια μὲ τὸν διάβολο. Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ μὴν αἰτιώμεθα, νὰ μὴν κατηγοροῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἀρρώστιες μας, τὸν πόνο καὶ τὰ βάσανά μας. ῾Η ἀσθένεια, ἡ φθορὰ καὶ τελικὰ ὁ θάνατος δὲν δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό. Εἰσῆλθαν στὴν ζωή μας ὑπαιτιότητί μας καὶ «φθόνῳ διαβόλου» κατὰ τὴν Γραφή. ῾Ο Κύριος ἦλθε γιὰ νὰ λύσει τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἀποδείξει ὅτι εἶναι ἰσχυρότερος τοῦ διαβόλου. Τοὺς δὲ ἀσθενεῖς, τοὺς ἔβλεπε μὲ συμπόνοια καὶ εὐσπλαγχνία. «Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ». Δηλαδή· ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς τοὺς σπλαγχνίσθηκε, ἄγγισε τὰ μάτια τους, καὶ ἀμέσως αὐτοὶ ἀπέκτησαν τὸ φῶς τους καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη πολλὴ τὸν ἀκολούθησαν.

γ. ῾Υπάρχει καὶ μία τρίτη περίπτωσις, αὐτὴ τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, τὴν ὁποία μᾶς διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔνατο κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του. ῞Οταν οἱ Μαθητὲς ρώτησαν τὸν Κύριο γιὰ ποιὸ λόγο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς γεννήθηκε τυφλὸς καὶ μάλιστα ἀόμματος, χωρὶς μάτια, ὁ Κύριος ἀπάντησε, ὅτι γεννήθηκε τυφλός «ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Δηλαδὴ τοὺς εἶπε· (Γεννήθηκε τυφλός) γιὰ νὰ φανερωθοῦν σ᾿ αὐτὸν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. ῾Επομένως ἡ τύφλωσίς του ἔγινε, ὥστε ἡ θεραπεία του νὰ ἀποτελέσει σημεῖο ἀποδείξεως τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως ὁ Κύριος συνέδεσε τὴν ἀσθένεια καὶ κάθε ταλαιπωρία σωματικὴ μὲ τὴν φανέρωσι τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Στὴν προκειμένη περίπτωσι, φανέρωσις τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἡ ἀποκάλυψις στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀλήθειας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς Θεὸς καὶ ἡ ἐπιβεβαίωσις τοῦ τρόπου δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.

Πολλὲς φορὲς στὴν ζωή μας καλούμεθα νὰ γίνουμε ὄργανα φανερώσεως καὶ ἀποδείξεως τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἄλλων θείων ἰδιωμάτων. Μία τέτοια περίπτωσις ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. ῾Ο ἴδιος ὁ ᾿Απόστολος ἐξομολογεῖται ὅτι· «Τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα μὲ κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. ῾Υπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριο παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Δηλαδή· ῞Ενεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀποκαλύψεων ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ μοῦ δοθεῖ ξύλο ἀκανθωτὸ στὸ σῶμα, ἀρρώστια ἀθεράπευτος, ἄγγελος τοῦ σατανᾶ γιὰ νὰ μὲ κτυπᾶ κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι. Γιὰ τὸν πειρασμὸ αὐτὸ τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ μοῦ τὸν ἀπομακρύνει. Καὶ μοῦ ἔχει πεῖ ὁ Κύριος· σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις ποὺ σοῦ δίδω. Διότι ἡ δύναμίς μου ἀναδεικνύεται τέλεια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσί μου κατορθώνει μεγάλα καὶ θαυμαστά.

῾Επομένως στὶς ἀσθένειές μας πρωτίστως θὰ πρέπει νὰ διερωτώμεθα· τί ὁ Θεὸς θέλει νὰ φανερώσει μέσῳ τῆς δικῆς μας ταλαιπωρίας καὶ τοῦ πόνου μας; Νὰ εἴμαστε σίγουροι, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς τὸ φανερώσει. Πάντως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ διαλάθει τῆς προσοχῆς μας εἶναι τοῦτο· ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει μόνους στὴν ταλαιπωρία μας. ᾿Αντίθετα μᾶς ἐνισχύει μὲ τὴν χάρι Του, ὥστε νὰ ἀνταποκριθοῦμε ἐπιτυγχάνοντας τὸν βελτίονα σκοπὸ τῆς ἀρρώστιας μας.

Θὰ κλείσουμε τὴν ἀναφορά μας σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο μὲ δύο παρατηρήσεις. ῾Η πρώτη εἶναι, ὅτι καὶ τὰ τρία θαύματα τῆς θεραπείας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ποὺ ἐδῶ μνημονεύθηκαν ἔγιναν ἡμέρα Σάββατο, κατὰ τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Θεὸς ἀναπαύθηκε ἀπὸ τοὺς κόπους Του, ἀπὸ τὸ ἔργο τῆς δημιουργίας, ὅπως ἀναφέρει ἡ ῾Αγία Γραφή. ῾Ωστόσο διαπιστώνουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε οὔτε τὸν κόσμο, οὔτε τὸν ἄνθρωπο στὴν τύχη του. ᾿Εξακολούθησε νὰ τὸν περιβάλλει μὲ τὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν φροντίδα Του. Περισσότερο μάλιστα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξέπεσε καὶ ὑποτάχθηκε στοὺς νόμους τῆς παραβάσεως, ποὺ ἦταν ἡ ἀσθένεια, ὁ πόνος, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Μὲ τὴν ἀνάστασί Του ὁ Κύριος ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς πτώσεώς του καὶ τόν «διεβίβασε» ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ζωή, ἀπὸ τὴν φθορὰ στὴν ἀφθαρσία.

῾Η δεύτερη παρατήρησις εἶναι ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος κατενόησε τὸ πρόβλημα τῆς ἀσθένειας τοῦ ἀνθρώπου, μᾶς δίδαξε ὅτι κάθε πόνος σωματικὸς μᾶς συνδέει μὲ τὸν Χριστό· «Περιφέρομεν πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ». Δηλαδή· ῞Οπου καὶ ἂν περιοδεύουμε, φέρουμε στὸ σῶμα μας πάντοτε τὶς ὀδύνες καὶ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, γιὰ νὰ φανερωθεῖ στὴν ζωή μας ἡ ζωὴ καὶ ἡ δύναμις τοῦ ᾿Ιησοῦ.

῾Ο χριστιανὸς χαίρεται μὲ τὰ παθήματά του, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἔγραφε φυλακισμένος ἀπὸ τὴν Ρώμη στοὺς χριστιανοὺς τῶν Κολοσσῶν· «Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ), ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία». Δηλαδή· Τώρα δὲ φυλακισμένος καὶ δέσμιος χαίρω γιὰ τὰ παθήματα ποὺ ὑποφέρω πρὸς χάρι σας καὶ ἀναπληρώνω ὅσα δὲν πρόφθασε νὰ πάθει γιὰ σᾶς ὁ Χριστὸς καὶ τὰ ἀναπληρώνω ἐν μέσῳ κόπων καὶ κινδύνων προσφέροντας τὴν σωτηρία στοὺς συνανθρώπους μου. Καὶ ὑφίσταμαι αὐτὰ γιὰ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία.

῎Οχι βέβαια ὅτι εἶναι εὔκολο νὰ ὑπομένει κάποιος τὸν πόνο, τὴν ἀσθένεια, τὴν ἀναπηρία. Παραμένει πάντοτε δοκιμασία ὀδύνης καὶ ἀποτελεῖ ἔνδειξι ἀγάπης νὰ βοηθεῖ κάποιος τὸν πάσχοντα, ὥστε νὰ τὴν ὑπομένει ἐπισκεπτόμενός τον καὶ παρηγορώντας τον. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει «᾿Οφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν καὶ μὴ ἑαυτοῖς ἀρέσκειν». Δηλαδή· ῞Οσοι ἔχουμε δυνατὴ πίστι ὀφείλουμε νὰ ἀνεχόμαστε τὶς ἀδυναμίες ὅσων ἔχουν ἀδύναμη πίστι καὶ νὰ μὴν κάνουμε ὅ,τι ἀρέσει σ᾿ ἐμᾶς. Καί «Διὸ προσλαμβάνεσθε ἀλλήλους, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς προσελάβετο ὑμᾶς εἰς δόξαν Θεοῦ», δηλαδὴ νὰ δέχεσθε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὅπως δέχτηκε καὶ σᾶς ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοξάζεται ὁ Θεός.

9. Τά «σημεῖα» τῆς θείας ἐξουσίας

῾Ως σημάδια τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσσία ἀναφέρονται καὶ οἱ θεραπεῖες τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ἀναπηρίες καὶ ἀσθένειες.

῾Ο Κύριος ἔδωσε ὡς σημάδια τῆς παρουσίας Του στὸν κόσμο τὰ ἑξῆς·

«Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε ᾿Ιωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ βλέπετε· τυφλοὶ ἀναβλέπουσι καὶ χωλοὶ περιπατοῦσι, λεπροὶ καθαρίζονται καὶ κωφοὶ ἀκούουσι, νεκροὶ ἐγείρονται καὶ πτωχοὶ εὐαγγελίζονται». Δηλαδή· ᾿Αποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπε σ᾿ αὐτούς· πηγαίνετε νὰ πεῖτε στὸν ᾿Ιωάννη αὐτὰ ποὺ ἀκοῦτε καὶ βλέπετε. ῞Οτι τυφλοὶ ἀποκτοῦν τὸ φῶς τους, χωλοὶ θεραπεύονται καὶ περπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται ἀπὸ τὴν λέπρα καὶ κουφοὶ ἀποκτοῦν τὴν ἀκοή τους, νεκροὶ ἀνασταίνονται, πτωχοὶ δέ, δέχονται τὴν χαρούμενη ἀγγελία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

῾Ο Κύριος ἐπαλήθευσε στὸν ἑαυτὸ Του τὴν προφητεία τοῦ ῾Ησαΐου περὶ Μεσσίου «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν, κηρῦξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρῦξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν». Δηλαδή· Πνεῦμα Κυρίου μένει σὲ μένα, διότι μὲ αὐτὸ μὲ ἔχρισε ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπο καὶ μὲ ἔστειλε νὰ κηρύξω στοὺς πτωχοὺς καὶ γυμνοὺς ἀπὸ πίστι ἀνθρώπους τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς λυτρώσεως, νὰ θεραπεύσω αὐτοὺς τῶν ὁποίων ἡ καρδιὰ ἔχει συντριβεῖ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Νὰ κηρύξω στοὺς δούλους τῆς ἁμαρτίας τὴν ἄφεσι καὶ τὴν ἀπελευθέρωσι, νὰ χαρίσω ἀνάβλεψι σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔχουν σκοτισμένο καὶ τυφλωμένο τὸν νοῦ ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, νὰ στείλω ὑγιεῖς καὶ ἐλεύθερους ἀπὸ κάθε ἐνοχή ἐκείνους, ποὺ ἔχουν καταπληγωθεῖ καὶ συντριβεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

῾Ο Κύριος ἔδωσε ἐξουσία στοὺς μαθητές Του νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια. ῾Υπόσχεται ὅτι τὸ κήρυγμα τῶν ᾿Αποστόλων θὰ τὸ συνοδεύουν θεραπεῖες ἀσθενειῶν καὶ ἀποκαταστάσεις ἀναπήρων. «Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς· ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν». Δηλαδή· Νὰ καὶ τὰ θαύματα ποὺ θὰ κάνουν ὅποιοι πιστέψουν. Μὲ τὴν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματός μου θὰ διώχνουν δαιμόνια, θὰ ὁμιλοῦν νέες γλῶσσες, καὶ ἂν πιάνουν φίδια στὰ χέρια τους ἢ πίνουν κάποιο θανατηφόρο δηλητήριο, δὲν θὰ παθαίνουν τίποτε· θὰ βάζουν τὰ χέρια τους ἐπάνω στοὺς ἀρρώστους καὶ θὰ τοὺς θεραπεύουν.

Γι᾿ αὐτὸ οἱ Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων ὑπογραμμίζουν πολλὲς φορὲς τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες ποὺ δείχνουν τὴν δύναμι τοῦ ᾿Ονόματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς Του.

῾Ο ἀπόστολος Πέτρος θεραπεύει τὸν χωλό· «᾿Επὶ τὸ αὐτὸ δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην. καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾿ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν· ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην. ᾿Ατενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ ᾿Ιωάννῃ εἶπε· βλέψον εἰς ἡμᾶς. ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς προσδοκῶν τι παρ᾿ αὐτῶν λαβεῖν. εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει. καὶ πιάσας αὐτὸν τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἤγειρε· παραχρῆμα δὲ ἐστερεώθησαν οἱ βάσεις καὶ τὰ σφυρά, καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει, καὶ εἰσῆλθε σὺν αὐτοῖς εἰς τὸ ἱερὸν περιπατῶν καὶ ἁλλόμενος καὶ αἰνῶν τὸν Θεόν. καὶ εἶδεν αὐτὸν πᾶς ὁ λαὸς περιπατοῦντα καὶ αἰνοῦντα τὸν Θεόν· ἐπεγίνωσκόν τε αὐτὸν ὅτι οὗτος ἦν ὁ πρὸς τὴν ἐλεημοσύνην καθήμενος ἐπὶ τῇ ὡραίᾳ πύλῃ τοῦ ἱεροῦ, καὶ ἐπλήσθησαν θάμβους καὶ ἐκστάσεως ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι αὐτῷ». Δηλαδή· Κάποια ἡμέρα, ἀνέβαιναν μαζὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ ᾿Ιωάννης στὸν ναό, στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Μπροστὰ στὴν πύλη τοῦ ναοῦ, ποὺ λέγεται ῾Ωραία, ἔφερναν ἕναν ἄνθρωπο χωλὸ ἐκ γενετῆς καὶ τὸν ἔβαζαν κάθε ἡμέρα ἐκεῖ γιὰ νὰ ζητάει ἐλεημοσύνη ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔμπαιναν στὸν ναό. Μόλις αὐτὸς εἶδε τὸν Πέτρο καὶ τὸν ᾿Ιωάννη ποὺ ἦταν ἕτοιμοι νὰ μποῦν στὸν ναό, τοὺς παρεκάλεσε νὰ τοῦ δώσουν ἐλεημοσύνη. ῾Ο Πέτρος ἔστρεψε τὸ βλέμμα του σ᾿ αὐτόν, ὅπως καὶ ὁ ᾿Ιωάννης καὶ τοῦ εἶπε· κοίταξέ μας. Αὐτὸς τοὺς κοίταξε μὲ προσοχή, περιμένοντας κάτι νὰ πάρει ἀπ᾿ αὐτούς. ᾿Αλλὰ ὁ Πέτρος εἶπε· χρήματα ἀργυρὰ καὶ χρυσὰ δὲν ἔχω· αὐτὸ ὅμως ποὺ ἔχω, αὐτὸ σοῦ δίνω· στὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, σήκω ἐπάνω καὶ περπάτα. Καὶ πιάνοντάς τον ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι τὸν σήκωσε. ᾿Αμέσως στερεώθηκαν τὰ πόδια του καὶ οἱ ἀστράγαλοί του· μ᾿ ἕνα πήδημα στάθηκε ὄρθιος καὶ ἄρχισε νὰ περπατεῖ. ῞Υστερα μπῆκε μαζί τους στὸν ναὸ περπατώντας καὶ πηδώντας καὶ δοξάζοντας τὸν Θεό. ῞Ολοι τὸν εἶδαν νὰ περπατεῖ καὶ νὰ δοξάζει τὸν Θεό. Καὶ ὅταν τὸν ἀναγνώρισαν καὶ εἶδαν ὅτι αὐτὸς ἦταν ποὺ καθόταν καὶ ζητιάνευε στὴν ῾Ωραία πύλη τοῦ ναοῦ, γέμισαν μὲ θαυμασμὸ καὶ κατάπληξι γι᾿ αὐτὸ ποὺ τοῦ συνέβη.

῾Ο διάκονος Φίλιππος ἐνήργησε θεραπεῖες στὴν Σαμάρεια· «Φίλιππος δὲ κατελθὼν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας ἐκήρυσσεν αὐτοῖς τὸν Χριστόν. προσεῖχον δὲ οἱ ὄχλοι τοῖς λεγομένοις ὑπὸ τοῦ Φιλίππου ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἀκούειν αὐτοὺς καὶ βλέπειν τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει. πολλῶν γὰρ τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ ἐξήρχετο, πολλοὶ δὲ παραλελυμένοι καὶ χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν, καὶ ἐγένετο χαρὰ μεγάλη ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ». Δηλαδή· ῾Ο Φίλιππος, κατέβηκε σὲ μία πόλι τῆς Σαμάρειας καὶ τοὺς κήρυττε ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. ῾Ο κόσμος μὲ μία καρδιὰ πρόσεχε αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ Φίλιππος, ἀκούγοντάς τον καὶ βλέποντας τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε. Γιατὶ ἀπὸ πολλούς, ποὺ εἶχαν πνεύματα ἀκάθαρτα, αὐτὰ ἔβγαιναν φωνάζοντας μὲ δυνατὴ φωνή, καὶ πολλοὶ παραλυτικοὶ καὶ χωλοὶ θεραπεύτηκαν. ῎Ετσι, στὴν πόλι ἐκείνη ἔγινε μεγάλη χαρά.

῾Ο ἀπόστολος Πέτρος θεραπεύει τὸν Αἰνέα· «Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾿Ιησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη. καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον». Δηλαδή· ῾Ο Πέτρος τοῦ εἶπε· Αἰνέα σὲ θεραπεύει ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός. Σήκω καὶ στρῶσε τὸ κρεβάτι σου. Καὶ αὐτὸς ἀμέσως σηκώθηκε. ῞Ολοι ὅσοι κατοικοῦσαν στὴν Λύδδα καὶ στὸν Σάρωνα τὸν εἶδαν καὶ δέχτηκαν τὸν ᾿Ιησοῦ γιὰ Κύριό τους.

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θεραπεύει τὸν χωλὸ τῶν Λύστρων· «Καί τις ἀνὴρ ἐν Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε περιεπεπατήκει. οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ σωθῆναι, εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. καὶ ἣλατο καὶ περιεπάτει». Δηλαδή· Στὰ Λύστρα εἶδαν νὰ κάθεται ἕνας ἄνθρωπος μὲ παράλυτα πόδια, ὁ ὁποῖος ἦταν κουτσὸς ἐκ γενετῆς· ποτὲ δὲν εἶχε στὴν ζωή του περπατήσει. Αὐτὸς ἄκουσε τὸν Παῦλο ποὺ ὁμιλοῦσε, καὶ ὅταν ἐκεῖνος τὸν κοίταξε καλὰ καὶ εἶδε ὅτι ἔχει πίστι, γιὰ νὰ γιατρευτεῖ, εἶπε μὲ δυνατὴ φωνή· Σήκω ὄρθιος στὰ πόδια σου! ῾Ο ἄνθρωπος ἀναπήδησε κι ἄρχισε νὰ περπατάει.

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θεράπευσε, ὅταν ναυάγησε καὶ βγῆκε στὴν νῆσο Μελίτη, τὸν πατέρα τοῦ Ποπλίου ἀπὸ τὸν πυρετὸ καὶ τὴν δυσεντερία· «᾿Εν δὲ τοῖς περὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὑπῆρχε χωρία τῷ πρώτῳ τῆς νήσου ὀνόματι Ποπλίῳ, ὃς ἀναδεξάμενος ἡμᾶς τρεῖς ἡμέρας φιλοφρόνως ἐξένισεν. ἐγένετο δὲ τὸν πατέρα τοῦ Ποπλίου πυρετοῖς καὶ δυσεντερίῳ συνεχόμενον κατακεῖσθαι· πρὸς ὃν ὁ Παῦλος εἰσελθὼν καὶ προσευξάμενος καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτῷ ἰάσατο αὐτόν. τούτου οὖν γενομένου καὶ οἱ λοιποὶ οἱ ἔχοντες ἀσθενείας ἐν τῇ νήσῳ προσήρχοντο καὶ ἐθεραπεύοντο· οἳ καὶ πολλαῖς τιμαῖς ἐτίμησαν ἡμᾶς καὶ ἀναγομένοις ἐπέθεντο τὰ πρὸς τὴν χρείαν». Δηλαδή· Κοντὰ σ᾿ ἐκεῖνο τὸν τόπο ὑπῆρχαν κτήματα τοῦ πρώτου τοῦ νησιοῦ, ὁ ὁποῖος λεγόταν Πόπλιος. Αὐτὸς μᾶς δέχτηκε καὶ μᾶς φιλοξένησε μὲ καλωσύνη τρεῖς ἡμέρες. Τότε συνέβη νὰ εἶναι στὸ κρεβάτι ὁ πατέρας τοῦ Πόπλιου, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ πυρετοὺς καὶ δυσεντερία. ῾Ο Παῦλος εἰσῆλθε στὸ δωμάτιό του, προσευχήθηκε, ἀκούμπησε ἐπάνω του τὰ χέρια καὶ τὸν γιάτρεψε. ῞Υστερα ἀπ᾿ αὐτὸ ἔρχονταν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς τοῦ νησιοῦ καὶ θεραπεύονταν. Μᾶς τίμησαν μὲ πολλὲς ἐκδηλώσεις σεβασμοῦ καὶ ὅταν φεύγαμε, μᾶς ἐφοδίασαν μὲ ὅ,τι χρειαζόμασταν γιὰ τὸ ταξίδι.

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀνάμεσα στὰ χαρίσματα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μνημονεύει καὶ τὸ χάρισμα τῆς θεραπείας· «῾Ετέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, Ϝ Καὶ οὗς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Ϝ μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι;». Δηλαδή· Σὲ ἄλλον τὸ ἴδιο Πνεῦμα δίδει ξεχωριστὴ δύναμι πίστεως, σὲ ἄλλον τὸ ἴδιο αὐτὸ Πνεῦμα δίδει τὴν δύναμι τῆς θεραπείας ἀσθενειῶν. Ϝ Γι᾿ αὐτὸ στὴν ᾿Εκκλησία ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν καθένα στὴν ὡρισμένη του θέσι· πρῶτα ἔρχονται οἱ ἀπόστολοι, σὲ δεύτερη θέσι οἱ προφῆτες, σὲ τρίτη οἱ διδάσκαλοι, καὶ ἀκολουθοῦν οἱ θαυματουργοί, οἱ θεραπευτές, αὐτοὶ ποὺ παραστέκονται στὶς ἀνάγκες, οἱ διαχειριστές, ὅσοι λαλοῦν διάφορα εἴδη γλωσσῶν. Ϝ Μήπως ὅλοι ἔχουν χαρίσματα θεραπείας ἀσθενειῶν; Μήπως ὅλοι ὁμιλοῦν γλῶσσες; Μήπως ὅλοι ἔχουν τὸ χάρισμα νὰ ἐννοοῦν καὶ νὰ ἑρμηνεύουν ξένες γλῶσσες;

10. «῾Η εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα»

῾Η θεραπεία ἀπὸ τὶς ἀσθένειες ἀποτελεῖ ἐγγύησι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στὴν ᾿Εκκλησία καὶ δείχνει ὅτι τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ μεταξὺ τῶν πιστῶν.

Αὐτὰ ἐπισφραγίζονται στὴν περικοπὴ τοῦ ἀδελφοθέου «Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾗ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ». Δηλαδή· ῾Υπάρχει μεταξύ σας κάποιος, ποὺ ταλαιπωρεῖται καὶ θλίβεται; ῍Ας προσεύχεται, ζητώντας ἀπὸ τὸν Θεὸ παρηγοριὰ καὶ λύτρωσι. Εὑρίσκεται κάποιος σὲ κατάστασι εὐθυμίας; ῍Ας ψάλει, δοξολογώντας τὸν Θεό. Εἶναι κάποιος μεταξύ σας ἀσθενής; ῍Ας προσκαλέσει τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἂς προσευχηθοῦν ἐπάνω ἀπ’ αὐτὸν καὶ δι᾿ αὐτὸν πρὸς τὸν Θεό, συγχρόνως δὲ ἂς τὸν ἀλείψουν μὲ ἔλαιον στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ προσευχὴ αὐτή, ποὺ θὰ ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν πίστι, θὰ θεραπεύσει καὶ θὰ σώσει τὸν ἀσθενῆ ἀπὸ τὴν σωματικὴ ἀσθένεια. Καὶ θὰ τὸν σηκώσει αὐτὸν ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς ἀσθένειας· καὶ ἂν ὁ ἀσθενὴς ἔχει διαπράξει ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες καὶ προκάλεσαν τὴν ἀσθένειά του, θὰ τοῦ συγχωρηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό.

῞Οσο διαρκεῖ ὁ κόσμος, ἡ ἀνθρωπότητα συνεχίζει νὰ ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. ῾Ο Κύριος μᾶς δίδαξε ὅτι οἱ ἀσθένειες ἔχουν λυτρωτικὴ ἀξία.

᾿Ακόμη καὶ ὅταν ὁ Κύριος δὲν σηκώνει τὴν ἀσθένεια ἀπὸ ἐπάνω μας, μᾶς δίδει τὴν δύναμι νὰ τὴν ἀντέξουμε.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὁ ὁποῖος ἐξομολογεῖται· «Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δυναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι». Δηλαδή· ῞Ενεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀποκαλύψεων ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ μοῦ δοθεῖ ξύλο ἀκανθωτὸ στὸ σῶμα, ἀρρώστια ἀθεράπευτος, ἄγγελος τοῦ σατανᾶ γιὰ νὰ μὲ κτυπᾶ κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι. Γιὰ τὸν πειρασμὸ αὐτὸ τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ μοῦ τὸν ἀπομακρύνει. Καὶ μοῦ ἔχει πεῖ ὁ Κύριος· Σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις ποὺ σοῦ δίδω. Διότι ἡ δύναμίς μου ἀναδεικνύεται τελεία, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσί μου κατορθώνει μεγάλα καὶ θαυμαστά. Μὲ μεγάλη εὐχαρίστησι θὰ καυχῶμαι περισσότερο γιὰ τὶς ἀσθένειές μου, ὥστε νὰ μένω στὴν ταπεινοφροσύνη καὶ γιὰ νὰ κατοικεῖ ἔτσι ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ δοκιμάζω ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη στὶς ἀσθένειες, στὶς ὕβρεις, στὶς ἀνάγκες, στοὺς διωγμούς, στὶς στενοχώριες, τὶς ὁποῖες ὑφίσταμαι γιὰ τὸν Χριστό. Διότι τότε, μὲ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ γίνομαι καὶ εἶμαι δυνατός.

῾Ο Κύριος ζητεῖ ἀπὸ τὸν πιστὸ νὰ ἐπισκέπτεται ἀσθενεῖς. «᾿Ησθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με». Γιὰ τοὺς κάμνοντας, προσευχόμαστε συνεχῶς στὴν προσευχή μας ἐκφράζοντες μία ἄλλη προοπτικὴ γιὰ τὸν ἀσθενῆ.

῾Ο ἀσθενὴς δὲν εἶναι ἕνας καταραμένος ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποστρέφει κανεὶς τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ εἰκόνα καὶ σημεῖο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

Εἰσαγωγικά῾Η Τροφή - ῾Η Κατοικία - ῾Η ᾿Ενδυμασία - ῾Η Λύπη῾Η Χαρά - ῾Η ᾿Ασθένεια

Ἐκδόσεις                www.imkby.gr